Όταν κάποιος μεταναστεύει, δεν αλλάζει μόνο χώρα. Αλλάζει γλώσσα, καθημερινότητα, κοινωνικούς κώδικες, σχέσεις και τρόπους ζωής. Αυτό που συχνά παραμένει αόρατο είναι ότι, μαζί με όλα αυτά, μετακινείται και η ίδια η αίσθηση του ποιος είναι.

Πολλοί άνθρωποι που ζουν στο εξωτερικό περιγράφουν ότι, μετά από κάποια χρόνια, δεν αισθάνονται πλέον απολύτως «εκεί», αλλά ούτε και ακριβώς όπως ήταν «εδώ». Όταν επιστρέφουν στην Ελλάδα μπορεί να νιώθουν διαφορετικοί από τους ανθρώπους που άφησαν πίσω τους. Όταν βρίσκονται στη νέα χώρα, μπορεί να εξακολουθούν να αισθάνονται ότι κουβαλούν κάτι ξένο ή ότι ένα κομμάτι τους παραμένει συνδεδεμένο με τον τόπο καταγωγής τους.

Έτσι δημιουργείται μια εμπειρία που στη σύγχρονη ψυχολογία περιγράφεται ως διπλή ή υβριδική πολιτισμική ταυτότητα. Δεν πρόκειται απαραίτητα για σύγχυση. Πρόκειται για μια φυσιολογική διαδικασία προσαρμογής, κατά την οποία ο άνθρωπος προσπαθεί να δημιουργήσει μια νέα αίσθηση εαυτού που να χωράει τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν του.

Η ταυτότητα δεν είναι στατική

Συχνά θεωρούμε ότι η ταυτότητά μας είναι κάτι σταθερό: η γλώσσα μας, οι αξίες μας, οι συνήθειές μας και ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώσαμε. Στην πραγματικότητα όμως, η ταυτότητα εξελίσσεται συνεχώς μέσα από τις εμπειρίες και τις σχέσεις μας.

Η μετανάστευση αποτελεί μία από τις πιο έντονες εμπειρίες που μπορούν να μετασχηματίσουν την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος που στην Ελλάδα ένιωθε ότι ήταν κοινωνικός, αυθόρμητος και «ο εαυτός του» μέσα στις οικείες σχέσεις του, μπορεί σε μια νέα χώρα να βρεθεί αντιμέτωπος με μια διαφορετική πραγματικότητα: να χρειάζεται να μιλήσει σε μια γλώσσα που δεν κατέχει πλήρως, να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο που δημιουργεί φιλίες ή να προσαρμόσει τον τρόπο με τον οποίο εκφράζει τις ανάγκες και τα συναισθήματά του. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορεί να ανακαλύψει νέες πλευρές του εαυτού του, αλλά και να βιώσει μια προσωρινή αμφιβολία για το ποιος είναι και πώς υπάρχει στον νέο κόσμο.

Ο άνθρωπος καλείται να ενσωματώσει νέους τρόπους επικοινωνίας, διαφορετικές κοινωνικές νόρμες και νέους ρόλους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι χρειάζεται να απορρίψει την προηγούμενη ζωή του.

Το ζητούμενο δεν είναι να γίνει κάποιος «λιγότερο Έλληνας» ή «περισσότερο ξένος». Είναι να μπορέσει να δημιουργήσει μια αίσθηση συνέχειας ανάμεσα στις διαφορετικές πλευρές της ζωής του.

Ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς

Οι περισσότεροι μετανάστες δεν ζουν πραγματικά σε μία μόνο κουλτούρα. Ζουν καθημερινά ανάμεσα σε δύο κόσμους.

Στο σπίτι μπορεί να μιλούν ελληνικά, να διατηρούν έθιμα και οικογενειακές παραδόσεις και να παραμένουν συνδεδεμένοι με την κοινότητα καταγωγής τους. Στην εργασία, στο πανεπιστήμιο ή στις κοινωνικές τους σχέσεις λειτουργούν μέσα στους κανόνες και στις προσδοκίες της χώρας όπου ζουν.

Δεν είναι σπάνιο να αισθάνονται ότι διαφορετικές πλευρές του εαυτού τους ενεργοποιούνται ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται.

Αυτή η εναλλαγή μπορεί να αποτελέσει πηγή δημιουργικότητας και ψυχολογικής ευελιξίας. Μπορεί όμως να γίνει και απαιτητική όταν συνοδεύεται από την αίσθηση ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύουν πού πραγματικά ανήκουν.

Το αίσθημα ότι «δεν ανήκω πουθενά»

Ένα από τα συχνότερα βιώματα των ανθρώπων που ζουν πολλά χρόνια στο εξωτερικό είναι ότι σταδιακά αισθάνονται ξένοι και στα δύο μέρη.

Στη χώρα υποδοχής μπορεί να αντιμετωπίζονται ως «οι ξένοι». Στην Ελλάδα, όταν επιστρέφουν, μπορεί να ακούν ότι «έχουν αλλάξει», ότι «δεν καταλαβαίνουν πια πώς είναι τα πράγματα εδώ».

Αυτό μπορεί να δημιουργήσει μια βαθιά αίσθηση μοναξιάς. Όχι επειδή απουσιάζουν απαραίτητα οι άνθρωποι γύρω τους, αλλά επειδή δυσκολεύονται να βρουν ένα πλαίσιο όπου όλες οι πλευρές της ταυτότητάς τους αναγνωρίζονται και γίνονται αποδεκτές.

Η πολιτισμική ταυτότητα ως πηγή ανθεκτικότητας

Η σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι η διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητας δεν αποτελεί εμπόδιο στην προσαρμογή. Αντίθετα, μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικός προστατευτικός παράγοντας για την ψυχική υγεία και την ευημερία.

Η πολιτισμική ταυτότητα δεν λειτουργεί σαν μια ζυγαριά όπου όσο ενισχύεται η μία πλευρά τόσο χάνεται η άλλη. Οι περισσότεροι άνθρωποι αναπτύσσουν σταδιακά πολλαπλές πολιτισμικές ταυτότητες, οι οποίες μπορούν να συνυπάρχουν και να αλληλοσυμπληρώνονται.

Η διαδικασία αυτή περιγράφεται ως πολιτισμική ενσωμάτωση (cultural integration) και φαίνεται να συνδέεται με καλύτερη ψυχολογική προσαρμογή. Η επαφή με τη γλώσσα, τις παραδόσεις, την κοινότητα και τις πολιτισμικές πρακτικές ενισχύει το αίσθημα συνέχειας και κοινωνικής σύνδεσης, χωρίς να εμποδίζει την ουσιαστική συμμετοχή στη νέα κοινωνία (Avgoulas & Fanany, 2021).

Η έρευνα γύρω από τη μετανάστευση δείχνει επίσης ότι η αίσθηση σύνδεσης με τον τόπο όπου ζει κάποιος, οι κοινωνικοί δεσμοί και το αίσθημα σταθερότητας στη νέα κοινότητα αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για την ευημερία και την πρόθεση παραμονής των μεταναστών (Toruńczyk-Ruiz & Brunarska, 2020).

Η διπολιτισμική ταυτότητα δεν είναι σύγχυση

Πολλοί άνθρωποι φοβούνται ότι επειδή σκέφτονται, αισθάνονται ή συμπεριφέρονται διαφορετικά ανάλογα με το πολιτισμικό πλαίσιο, έχουν χάσει την αυθεντικότητά τους.

Η έρευνα για τη Bicultural Identity Integration (BII) δείχνει ότι η δυσκολία δεν βρίσκεται στην ύπαρξη δύο πολιτισμικών ταυτοτήτων, αλλά στο κατά πόσο το άτομο τις βιώνει ως συμβατές ή ως συγκρουόμενες.

Όταν οι δύο πλευρές του εαυτού μπορούν να συνυπάρξουν, οι άνθρωποι εμφανίζουν μεγαλύτερη ψυχολογική ευελιξία, καλύτερη συναισθηματική προσαρμογή και μεγαλύτερη ικανότητα να ανταποκρίνονται σε διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα. Αντίθετα, η δυσφορία αυξάνεται όταν το άτομο αισθάνεται ότι πρέπει να επιλέξει ποια πλευρά του εαυτού του θα απορρίψει (Abu-Rayya et al., 2023).

Η διαδικασία αυτή μπορεί να γίνει πιο απαιτητική όταν κάποιος ζει σε κοινωνίες με διαφορετικούς πολιτισμικούς κώδικες από αυτούς με τους οποίους μεγάλωσε. Ωστόσο, η δυσκολία δεν εξαρτάται μόνο από τις πολιτισμικές διαφορές. Επηρεάζεται σημαντικά από το κατά πόσο η κοινωνία υποδοχής αναγνωρίζει τη διαφορετικότητα, από τις εμπειρίες αποδοχής ή απόρριψης, από την ύπαρξη κοινωνικών δεσμών και από τη δυνατότητα του ατόμου να διατηρεί στοιχεία της αρχικής του ταυτότητας.

Έτσι, ένας Έλληνας που ζει στη Γερμανία ή στην Ελβετία μπορεί να χρειάζεται να διαχειριστεί διαφορετικούς κοινωνικούς κανόνες, τρόπους επικοινωνίας ή αντιλήψεις γύρω από τις σχέσεις και την καθημερινότητα. Η πρόκληση όμως δεν είναι η ίδια η διαφορά· είναι το αν αυτές οι διαφορετικές εμπειρίες μπορούν να ενσωματωθούν σε μια συνεκτική εικόνα του εαυτού.

Η ταυτότητα ως μια διαρκής διαδικασία

Η πολιτισμική ταυτότητα δεν σταθεροποιείται μετά τα πρώτα χρόνια της μετανάστευσης. Συνεχίζει να μεταβάλλεται σε κάθε νέο στάδιο της ζωής: όταν δημιουργούνται νέες φιλίες, όταν γεννιούνται παιδιά, όταν αλλάζει η εργασία ή όταν ο άνθρωπος επιστρέφει προσωρινά στον τόπο καταγωγής του.

Η ταυτότητα δεν είναι ένα σταθερό χαρακτηριστικό, αλλά μια διαρκής διαδικασία διαπραγμάτευσης ανάμεσα στις εμπειρίες, στις σχέσεις και στο κοινωνικό περιβάλλον.

Ο άνθρωπος δεν κουβαλά απλώς έναν τόπο. Κουβαλά μνήμες, γλώσσες, σχέσεις, αξίες και τρόπους να βλέπει τον κόσμο. Η πρόκληση δεν είναι να αποφασίσει ποιος από όλους αυτούς τους κόσμους είναι ο «αληθινός». Η πρόκληση είναι να μπορέσει να δημιουργήσει χώρο ώστε όλοι αυτοί οι κόσμοι να συνυπάρχουν.

Η ψυχοθεραπεία ως χώρος επανασύνδεσης

Για πολλούς ανθρώπους, η δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στην προσαρμογή στη νέα χώρα, αλλά και στην ανάγκη να συμφιλιώσουν διαφορετικές πλευρές του εαυτού τους.

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει έναν χώρο όπου μπορούν να διερευνηθούν ερωτήματα όπως: Ποιος επιλέγω να είμαι; Τι κράτησα από τον τόπο που άφησα; Τι πήρα από τη χώρα όπου ζω; Πώς μπορώ να αισθάνομαι ότι ανήκω χωρίς να χρειάζεται να επιλέξω ανάμεσα στις δύο πλευρές μου;

Η απάντηση συνήθως δεν βρίσκεται στην επιλογή της μίας ταυτότητας εις βάρος της άλλης. Βρίσκεται στη δυνατότητα να δημιουργηθεί μια πιο σύνθετη και ολοκληρωμένη αίσθηση του εαυτού.

Ίσως τελικά η ψυχική προσαρμογή στη μετανάστευση να μην εξαρτάται τόσο από το αν κάποιος αισθάνεται περισσότερο Έλληνας ή περισσότερο πολίτης της νέας του χώρας. Ίσως εξαρτάται περισσότερο από το αν μπορεί να χωρέσει και τις δύο εμπειρίες μέσα στην ιστορία του, χωρίς να χρειάζεται να απορρίψει καμία.

Η πολιτισμική ταυτότητα δεν είναι μια ετικέτα που διαλέγουμε μία φορά στη ζωή. Είναι μια σχέση που συνεχίζει να διαμορφώνεται μέσα από τις εμπειρίες, τις απώλειες, τους δεσμούς και τα νέα ανήκειν.

Βιβλιογραφία:

Abu-Rayya, H. M., Berry, J. W., Sam, D. L., & Grigoryev, D. (2023). Evaluating the integration hypothesis: A meta-analysis of the ICSEY project data using two new methods. British Journal of Psychology, 114, 819–837. https://doi.org/10.1111/bjop.12656

Avgoulas, M.-I., & Fanany, R. (2021). Migration, identity and wellbeing in Melbourne Australia: The idea of being Greek in diaspora. Athens Journal of Social Sciences, 8(3), 211–220. https://doi.org/10.30958/ajss.8-3-4

Toruńczyk-Ruiz, S., & Brunarska, Z. (2020). Through attachment to settlement: Social and psychological determinants of migrants’ intentions to stay. Journal of Ethnic and Migration Studies, 46(15), 3191–3209. https://doi.org/10.1080/1369183X.2018.1554429