Υπάρχουν παιδιά που έμαθαν από πολύ νωρίς να «διαβάζουν» την ενέργεια του χώρου γύρω τους.

«Αν υπήρχε ησυχία, ήξερα ότι ήταν εντάξει.»

«Στην παρέα ήμουν πάντα αυτή που έκανε τους άλλους να γελάνε.»

«Όταν τα πήγαινα καλά στο σχολείο, μιλούσαν για μένα. Όταν δεν τα πήγαινα καλά, δεν μιλούσε κανείς.»

Αν ρωτήσουμε κάποιον γιατί δυσκολεύεται να πει «όχι» σε μια φίλη, γιατί παγώνει όταν ο προϊστάμενος αλλάζει τόνο φωνής ή γιατί νιώθει άδειος-α μόλις τελειώσει μια σημαντική δουλειά, σπάνια θα μας απαντήσει με μια ανάμνηση από το σαλόνι των παιδικών χρόνων ή από το οικογενειακό τραπέζι. Κι όμως, πολλές φορές εκεί βρίσκεται η απαρχή.

Γιατί κάποτε, πολύ νωρίς, ένα παιδί χρειάστηκε να βρει λύσεις σε πολύ απλά αλλά σημαντικά ερωτήματα.

Τι πρέπει να κάνω για να είμαι ασφαλής;

Πώς πρέπει να υπάρχω για να με θέλουν οι άλλοι κοντά τους;

Τι πρέπει να κάνω για να με αγαπούν και να με «βλέπουν»;

Το παιδί δεν διαλέγει· προσαρμόζεται

Η Patricia Crittenden, ψυχολόγος που μαθήτευσε κοντά στη Mary Ainsworth, μια από τις σημαντικότερες μορφές που μελέτησαν την αλληλεπίδραση μεταξύ γονέων-παιδιών, ανέπτυξε το Δυναμικό Μοντέλο Ωρίμανσης του δεσμού και της προσαρμογής (Dynamic-Maturational Model, DMM).

Στο μοντέλο της, ο δεσμός, που αναφέρεται στο είδος της σχέσης μεταξύ των δύο, δεν είναι μια απλή ιστορία για το πώς ήταν η σχέση αυτή στο παρελθόν. Είναι μια ιστορία για το πώς εγγράψαμε μέσα μας να προστατευόμαστε από τον κίνδυνο και τι πρέπει να κάνουμε για να μας αγαπούν και να μας αποδέχονται (Crittenden, 2005).

Ο κίνδυνος για ένα παιδί δεν είναι μόνο η βία ή η κακοποίηση. Μπορεί να είναι ένας γονιός, του οποίου ο θυμός ξεσπά απρόβλεπτα. Μια μητέρα τόσο κουρασμένη ή θλιμμένη που το παιδί νιώθει ότι πρέπει να τη φροντίσει. Η αίσθηση ότι η αγάπη και η φροντίδα μπορεί να αποσυρθούν αν δεν είμαι «καλό παιδί». Ή η απειλή να μείνω έξω από την παρέα στο διάλειμμα, θα με κοροϊδέψουν, θα γίνω ρεζίλι σε όλους.

Μπροστά σε αυτά, το παιδί δεν κάθεται να σκεφτεί τι θα ήταν το καλύτερο για την ψυχική του υγεία σε τριάντα χρόνια. Κάνει ό,τι μπορεί να συλλάβει με το παιδικό του μυαλό ότι θα λειτουργήσει καλύτερα εκείνη τη στιγμή. Ό,τι το κρατά κοντά σε αυτούς που το φροντίζουν, ό,τι του δίνει μια αίσθηση ασφάλειας και ελέγχου, και έτσι το βοηθά να επιβιώσει συναισθηματικά και ψυχικά.

Η Crittenden ονομάζει αυτές τις λύσεις στρατηγικές αυτοπροστασίας. Και επιμένει σε κάτι που αλλάζει ολόκληρο τον τρόπο που κοιτάζουμε την προσωπικότητά μας: δεν είναι ελαττώματα χαρακτήρα ή κληρονομικές αδυναμίες. Είναι προσαρμογές σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, υπό συγκεκριμένες συνθήκες και ανθρώπους, μέσα από τις συγκεκριμένες ανάγκες του παιδιού.

Τρεις σκηνές: το σπίτι, η παιδική χαρά, η τάξη

Ένας τρόπος να σκεφτούμε αυτές τις στρατηγικές είναι σαν ένα τρίγωνο, όπως αναφέρει σε συνέντευξή του ο Chase Hughes, ειδικός στη συμπεριφορική ανάλυση. Οι τρεις πλευρές αυτού του τριγώνου αντιστοιχούν σε τρία πολύ κοινά σενάρια της παιδικής ζωής και πώς το παιδί υπήρχε μέσα σε αυτά.

Το τρίγωνο αυτό αντιπροσωπεύει κάτι που βλάπουμε και στη σκέψη της Crittenden: ότι ο κόσμος του παιδιού δεν αφορά μόνο το σπίτι, αλλά και τα περιβάλλοντα, στα οποία κοινωνικοποιείται.

Στο σπίτι, το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το παιδί είναι η ασφάλεια. Ένα παιδί μπορεί να μάθει να διαβάζει με απίστευτη ακρίβεια πώς έκλεισε η πόρτα, πώς ακούστηκαν τα κλειδιά, πώς κινείται ένας ενήλικας στο χώρο. Ένα άλλο μπορεί να μάθει να γίνεται μικρό, ήσυχο, σχεδόν αόρατο. Ένα τρίτο μπορεί να μάθει ότι δεν μπορεί να περιμένει βοήθεια από κανέναν και να τα βγάζει πέρα μόνο του.

Στη σχολική ηλικία, περίπου από τα πέντε μέχρι τα δώδεκα χρόνια, το παιδί βγαίνει από την οικογένεια και συναντά νέους ανθρώπους (Crittenden, Kozlowska & Landini, 2010). Οι δάσκαλοι αναλαμβάνουν για ένα μέρος της μέρας κάτι από την προστασία και την παρηγοριά που ως τότε έδιναν μόνο αυτοί που φρόντιζαν το παιδί στο σπίτι.

Για αυτό και οι εκπαιδευτικοί ακούγονται ως σημαντικές φιγούρες στις αφηγήσεις των ανθρώπων για το παρελθόν τους. Μια δασκάλα που θα φερθεί σκληρά σε ένα παιδί, μπορει να το στιγματίσει και κάποια άλλη που θα φερθεί με ενσυναίσθηση και υποστήριξη να λειτουργήσει ως μια φιγούρα προστασίας για εκείνο.

Εκεί εμφανίζονται και οι φίλοι. Ο καλύτερος φίλος ή η καλύτερη φίλη ζητά αποκλειστικότητα και οικειότητα, ενώ η παρέα ζητά να της μοιάζουμε και να της είμαστε πιστοί. Το να χωρέσουν και τα δύο δεν είναι εύκολο, και τα παιδιά που δεν καταφέρνουν να κάνουν έναν στενό φίλο είναι συνήθως πιο εκτεθειμένα στην απομόνωση και στον εκφοβισμό. Ο αποκλεισμός, η κοροϊδία και η ντροπή μπροστά στους άλλους γίνονται έτσι νέες μορφές κινδύνου, εξίσου πραγματικές για ένα παιδί με όσες απειλές ή άγχη μπορεί να υπάρχουν μέσα στο σπίτι.

Στην παιδική χαρά και στους χώρους με συνομήλικα παιδιά, λοιπόν, το ερώτημα είναι το πώς μπορώ να ανήκω. Εκεί κάποιο παιδί γίνεται ο αστείος της παρέας, κάποιο άλλο ο χαμαιλέοντας που θέλει να ταιριάζει μέσα από συγκεκριμένα ρούχα, παιχνίδια και προτιμήσεις ανάλογα με το ποιος είναι απέναντι, ένα άλλο το παιδί που πάντα βοηθά, πάντα δίνει, πάντα λέει «ναι» και κάποιο αυτό που μειώνει τόσο την ύπαρξη του για να γίνεται ακίνδυνο μέσα από την αορατότητα του.

Αυτές οι μορφές μέσα από τη ματιά της Crittenden, μπορούμε να τις δούμε ως στρατηγικές αυτοπροστασίας: τρόπους να ανήκω στην ομάδα χωρίς να πληγωθώ. Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να απαντά με καταναγκαστική συμμόρφωση απέναντι σε έναν δάσκαλο που δεν το καταλαβαίνει.

Στην τάξη και στο βλέμμα των μεγάλων, το ερώτημα είναι η αναγνώριση. Κάποια παιδιά μαθαίνουν ότι τα βλέπουν όταν πετυχαίνουν, άλλα όταν είναι ήσυχα και υπάκουα, άλλα μόνο όταν ξεχωρίζουν και διαπρέπουν.

Οι τρεις πλευρές σπάνια είναι ανεξάρτητες. Το παιδί που ήταν αόρατο στο σπίτι μπορεί να έγινε το πιο υπάκουο στην τάξη. Το παιδί που φρόντιζε τη μητέρα του μπορεί, ίσως, να έγινε αυτό που φρόντιζε και όλους τους φίλους του. Η ίδια λύση συχνά μεταφέρεται από τη μία σκηνή στην άλλη, γιατί το παιδί πήρε το μήνυμα ότι εγώ έτσι επιβιώνω και είμαι ασφαλής.

Όμως όπως γίνεται σε πολλούς προσαρμοστικούς μηχανισμούς της παιδικής ηλικίας, φτάνει η στιγμή στην ενήλικη ζωή που αυτά που μας επιβαρύνουν είναι περισσότερα από αυτά που μας προσφέρουν, γιατί εμείς έχουμε αλλάξει, ενώ οι τρόποι επιβίωσης δεν άλλαξαν μαζί μας.

Τι προβλέπω και τι νιώθω

Η Crittenden περιγράφει δύο τρόπους με τους οποίους ένα παιδί προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο. Το πρώτο είναι η γνωστική πληροφορία: τα παιδιά παρατηρούν τι ακολουθεί μετά από τι, τι επιβραβεύεται και τι τιμωρείται. Το δεύτερο είναι η συναισθηματική πληροφορία: ο φόβος, ο θυμός, η ανάγκη για παρηγοριά, η επιθυμία για εγγύτητα.

Όταν το περιβάλλον είναι προβλέψιμο αλλά τα συναισθήματα δεν είναι αποδεκτά, το παιδί μαθαίνει να στηρίζεται στο πρώτο και να κρύβει το δεύτερο. Το παιδί κάνει αυτό ξέρει ότι θα επιβραβεύσει το περιβάλλον του και αφήνει στην άκρη ό,τι νιώθει ό,τι συναισθήματα δεν μπορούν να χωρέσουν.

Καθώς μεγαλώνει, αυτό μπορεί να πάρει πιο έντονες μορφές, όπως αυτές που η Crittenden ονομάζει καταναγκαστική φροντίδα (compulsive caregiving), όταν το παιδί προστατεύει τον εαυτό του φροντίζοντας έναν γονιό που είναι ευάλωτος (για παράδειγμα όταν υπάρχει χρήση ουσιών, πένθος ή θέματα ψυχικής υγείας), ή καταναγκαστική συμμόρφωση (compulsive compliance), όταν μαθαίνει να προλαβαίνει τις επιθυμίες ενός ενήλικα που φοβάται.

Εδώ θα μπορούσαμε ίσως να αναγνωρίσουμε το «καλό παιδί», το παιδί που έπρεπε να τα καταφέρνει, το παιδί που φρόντιζε να είναι χρήσιμο.

Όταν το περιβάλλον είναι απρόβλεπτο, όταν η φροντίδα άλλοτε έρχεται και άλλοτε όχι, χωρίς να μπορεί το παιδί να καταλάβει από τι επηρεάζεται αυτό, το παιδί μαθαίνει να στηρίζεται στο συναίσθημα. Μπορεί να μεγαλώνει τον φόβο ή τον θυμό του για να κρατήσει την προσοχή των ενηλίκων επάνω του. Εδώ θα μπορούσαμε ίσως να αναγνωρίσουμε το παιδί που ήταν συνεχώς σε επιφυλακή ή το παιδί που χρειαζόταν να ξεχωρίζει για να νιώσει ότι υπάρχει.

Μόνο όταν το παιδί μπορεί να εμπιστευτεί και τα δύο, αυτό που καταλαβαίνει και αυτό που νιώθει, η σχέση και η επικοινωνία μπορεί να γίνει πιο ανοιχτή, άμεση και αμοιβαία.

Τα παραπάνω δεν είναι απόλυτες περιγραφές για το τι συνέβη και τις συνέπειες τους. Οι πιο πολλοί άνθρωποι θα αναγνωρίσουν κομμάτια από διαφορετικές πλευρές. Πρόκειται περισσότερο για έναν χάρτη για να καταλάβουμε από πού και πώς μπορεί να ξεκίνησε κάτι που σήμερα μας δυσκολεύει.

«Κάθε στρατηγική είναι καλή για κάποιο πρόβλημα»

Σε μια συνέντευξή της, η Crittenden το λέει πολύ απλά: κάθε στρατηγική είναι η καλή για κάποιο πρόβλημα, αλλά καμία στρατηγική δεν είναι η καλύτερη για όλα τα προβλήματα.

Το παιδί που διάβαζε πρόσωπα και φωνές δεν ήταν «αγχώδες». Ήταν ένα παιδί που προστάτευε τον εαυτό του σε ένα σπίτι όπου η ατμόσφαιρα μπορούσε να αλλάξει χωρίς προειδοποίηση. Η έρευνα δείχνει ότι παιδιά που μεγαλώνουν σε απειλητικό περιβάλλον αναγνωρίζουν τον θυμό στο πρόσωπο των άλλων πιο γρήγορα και με λιγότερα στοιχεία από ό,τι χρειάζονται άλλα παιδιά (Pollak & Sinha, 2002). Είναι μια ικανότητα που γεννήθηκε από την ανάγκη επιβίωσης.

Το δύσκολο είναι ότι η στρατηγική συχνά συνεχίζει να λειτουργεί και όταν ο κίνδυνος δεν υπάρχει πια. Ο ενήλικας που κάποτε ήταν το παιδί που έπρεπε να προσέχει, συνεχίζει να σαρώνει κάθε μήνυμα, κάθε βλέμμα, κάθε σιωπή του συντρόφου ή του προϊσταμένου, και κουράζεται ή αγωνιά σαν να εξαρτάται ακόμα η επιβίωσή του από κάποιον άλλον, χωρίς να το αντιλαμβάνεται συνειδητά.

Η γυναίκα που κάποτε ήταν το «καλό κορίτσι» συνεχίζει να καταπίνει τον θυμό της στη δουλειά, και μετά τον στρέφει στον εαυτό της: Γιατί δεν μίλησα; Τι πρόβλημα έχω;

Και κάτω από αυτές τις σκέψεις συχνά υπάρχει κάτι πιο βαθύ από μια απλή αυτοκριτική. Υπάρχει μια αίσθηση ότι η αξία μας είναι πάντα υπό εξέταση και αξιολόγηση. Ότι αν σταματήσω να αποδίδω, να βοηθάω, να κάνω τους άλλους να γελάνε, θα φανεί ότι δεν αξίζω.

Η έρευνα για την υπό όρους γονεϊκή αποδοχή περιγράφει ακριβώς αυτό: όταν η αγάπη και η τρυφερότητα εξαρτώνται από το αν το παιδί αποδίδει ή συμμορφώνεται, το παιδί μπορεί να καταφέρει πολλά, αλλά η αίσθηση της αξίας του γίνεται εύθραυστη και συνοδεύεται από ενοχή, ντροπή και εσωτερική πίεση (Assor, Roth & Deci, 2004).

Αυτό που κάποτε μας έσωσε, σήμερα μπορεί να μας κρατά μακριά από ό,τι χρειαζόμαστε.

Οι στρατηγικές αυτές μεγαλώνουν μαζί μας

Η λέξη «ωρίμανση» στο όνομα του μοντέλου δεν είναι τυχαία. Για την Crittenden, οι στρατηγικές δεν είναι στατικά χαρακτηριστικά που σφραγίζονται στη βρεφική ηλικία. Αλλάζουν καθώς το παιδί μεγαλώνει, καθώς ο εγκέφαλος ωριμάζει και καθώς αλλάζουν οι σχέσεις και οι κίνδυνοι γύρω του.

Κάποιες πιο σύνθετες μορφές, όπως η καταναγκαστική φροντίδα ή η συμμόρφωση, γίνονται δυνατές μόνο όταν το παιδί έχει αρκετή ικανότητα να καταλαβαίνει τι θέλει ο άλλος και να κρύβει αυτό που νιώθει (Crittenden, 2005).

Αυτό έχει δύο όψεις. Από τη μία, μια στρατηγική μπορεί να γίνεται όλο και πιο εκλεπτυσμένη με τα χρόνια, τόσο που να μην τη βλέπουμε πια ως στρατηγική αλλά ως «την προσωπικότητά μας». Έτσι είμαι εγώ. Πάντα ήμουν αυτή που μπορούσε να καταφέρει τα πάντα ή η δυνατή. Πάντα ήμουν αυτή που βοηθάει.

Από την άλλη, η ωρίμανση φέρνει και κάτι που το παιδί δεν είχε: τη δυνατότητα να σκεφτούμε πάνω σε αυτό που κάνουμε. Να δούμε το μοτίβο, να καταλάβουμε από πού ήρθε, να νιώσουμε το συναίσθημα που κρατούσε κρυμμένο και έτσι να διαφοροποιηθούμε στο παρόν μέσω της επίγνωσης της τωρινής μας θέσης.

Η Crittenden το ονομάζει αναστοχαστική ενσωμάτωση (reflective integration): τη στιγμή που μπορούμε να ακούσουμε και τη λογική και το συναίσθημα της ιστορίας μας, χωρίς να χρειάζεται να κρύψουμε το ένα για να κρατήσουμε το άλλο.

Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις, αν κοιτάξουμε προσεκτικά, θα δούμε ένα παιδί που συνεχίζει να προσπαθεί να προστατευτεί με τους τρόπους που το έκανε στο παρελθόν.

Μου έρχεται στο νου μια θεραπευόμενη, η οποία μίκραινε τις ανάγκες της για να είναι το εύκολο και βολικό παιδί και έτσι στο παρόν ήταν πολύ καλή στο να φροντίζει τους άλλους, θυμόταν όλες τις μικρές λεπτομέρειες για εκείνους και προσπαθούσε να τους βοηθήσει και να τους διευκολύνει. Για τον εαυτό της όμως μπορεί να ντρεπόταν να ζητήσει κάτι που χρειαζόταν, σαν να ήταν ένα μικρό ντροπαλό κοριτσάκι που ήξερε πολύ καλά να φροντίζει τους άλλους με ενήλικο τρόπο αλλά ως προς τον εαυτό της υπήρχε σε μια βρεφική σχέση.

Και η Crittenden γράφει κάτι που δίνει ελπίδα: οι στρατηγικές μπορούν να αλλάξουν όταν δεν ταιριάζουν πια στο πλαίσιο (Crittenden, 2005). Δεν χρειάζεται να τις πολεμήσουμε. Χρειάζεται να μπορέσουμε να δούμε ότι το πλαίσιο έχει αλλάξει και ότι δεν είμαστε τα μικρά παιδιά που ήμασταν.

Όταν η παλιά στρατηγική συναντά νέες σχέσεις

Οι στρατηγικές της παιδικής ηλικίας δεν μένουν στο σπίτι, στην παιδική χαρά ή στην τάξη. Μας ακολουθούν σε κάθε σχέση όπου κάτι μοιάζει, έστω και λίγο, με τον παλιό κίνδυνο.

Και συχνά τις ζούμε πρώτα στο σώμα: στο στομάχι που σφίγγεται λίγο πριν πούμε «όχι», και τελικά λέμε «ναι», στο χαμόγελο που εμφανίζεται αυτόματα όταν η ατμόσφαιρα βαραίνει και νιώθουμε αμήχανα, στις πολλές σκέψεις που μας κυριεύουν όταν δεν απαντά κάποιος σε ένα μήνυμα.

Υπάρχει όμως και μια σχέση όπου οι στρατηγικές μας φαίνονται ίσως πιο καθαρά από οπουδήποτε αλλού: η σχέση με τα δικά μας παιδιά. Η Crittenden αφιέρωσε ένα ολόκληρο βιβλίο σε αυτό, το Raising Parents.

Ένας γονιός που έμαθε ως παιδί να κρύβει τη λύπη του μπορεί να δυσκολεύεται να αντέξει το κλάμα του παιδιού του. Ένας γονιός που έμαθε ότι αξίζει μόνο όταν αποδίδει μπορεί, χωρίς να το θέλει, να κοιτάζει πρώτα τους βαθμούς και μετά το πρόσωπο.

Για την Crittenden, οι γονείς που δυσκολεύονται δεν είναι ένα άλλο είδος ανθρώπων από τους υπόλοιπους. Κουβαλούν, όπως όλοι μας, τρόπους που κάποτε τους προστάτευσαν (Crittenden, 2016).

Στη θεραπεία, η Crittenden περιγράφει την ψυχοθεραπεύτρια ως ένα μεταβατικό πρόσωπο δεσμού (transitional attachment figure): έναν άνθρωπο με τον οποίο μπορούμε να δοκιμάσουμε, με ασφάλεια, κάτι που κάποτε ήταν επικίνδυνο.

Να θυμώσουμε και να δούμε ότι η σχέση αντέχει. Να αντέξουμε να μην είμαστε «τέλειοι», να μην ξέρουμε, να κάνουμε παύσεις, να δυσκολευόμαστε, και παρ' όλα αυτά να μη χάνεται η αποδοχή και η ασφάλεια. Και σιγά σιγά, να μεταφέρουμε αυτή την εμπειρία και στις άλλες σχέσεις μας.

Ο Irvin Yalom, στο Δώρο της ψυχοθεραπείας, προτιμά να βλέπει τον θεραπευτή και τον άνθρωπο που έρχεται στη θεραπεία ως συνταξιδιώτες. Όχι ως κάποιον που ξέρει και κάποιον που χρειάζεται να διορθωθεί, αλλά ως δύο ανθρώπους που ο καθένας κουβαλά τη δική του ιστορία και τις δικές του λύσεις.

Ίσως γι' αυτό μια τέτοια σχέση μπορεί να γίνει ασφαλής με έναν τρόπο που κάποτε δεν ήταν: γιατί δεν χρειάζεται να είμαι κάπως, το καλό παιδί, ο αστείος ή η δυνατή για να μείνει ο άλλος μαζί μου.

Ποιος είναι ο κίνδυνος σήμερα;

Για την Crittenden, δεν υπάρχουν «καλές» και «κακές» στρατηγικές. Υπάρχουν στρατηγικές που ταιριάζουν ή δεν ταιριάζουν στη συνθήκη που ζούμε τώρα.

Δεν χρειάζεται να διαγράψουμε τις παλιές στρατηγικές μας.

Η ικανότητα να διαβάζουμε τους άλλους, το χιούμορ, η γενναιοδωρία, η αφοσίωση, η αντοχή είναι δυνάμεις που κουβαλάμε από τότε. Στόχος είναι να αποκτήσουμε ένα ευρύτερο ρεπερτόριο, ώστε να μπορούμε να διαλέγουμε ανάλογα με το τι μας εξυπηρετεί καλύτερα σε συμβαίνει μπροστά μας (Crittenden, 2005).

Να μπορούμε να κάνουμε αστεία, χωρίς να νιώθουμε την πίεση ότι έχουμε την ευθύνη να αλλάξουμε την ενέργεια του χώρου, ή ως άμυνα απέναντι στη δική μας δυσκολία. Να βοηθάμε, αλλά και να βάζουμε όρια φροντίζοντας τον εαυτό μας. Να προσπαθούμε, αλλά και να ξεκουραζόμαστε χωρίς ενοχή.

Ίσως λοιπόν να βοηθά, την επόμενη φορά που το παλιό σενάριο ξεκινά αυτόματα, να σταθούμε για μια στιγμή και να ρωτήσουμε:

Από τι προσπαθεί να με προστατεύσει αυτή η αντίδραση;

Υπάρχει αυτός ο κίνδυνος εδώ, σε αυτή τη σχέση, σήμερα;

Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι «Τι πρόβλημα έχω;» αλλά «Τι χρειάζομαι τώρα, σε αυτή τη σχέση, για να νιώσω ασφάλεια, να ανήκω και να με δουν;»

Βιβλιογραφία

  • Assor, A., Roth, G., & Deci, E. L. (2004). The emotional costs of parents' conditional regard: A self-determination theory analysis. Journal of Personality, 72(1), 47–88.
  • Crittenden, P. M. (2005). Attachment theory, psychopathology, and psychotherapy: The dynamic-maturational approach. Psicoterapia, 30, 171–182.
  • Crittenden, P. M. (2016). Raising parents: Attachment, representation, and treatment (2nd ed.). Routledge.
  • Crittenden, P. M., Kozlowska, K., & Landini, A. (2010). Assessing attachment in school-age children. Clinical Child Psychology and Psychiatry, 15(2), 185–208.
  • Crittenden, P. M., & Landini, A. (2011). Assessing adult attachment: A dynamic-maturational approach to discourse analysis. W. W. Norton.
  • Pollak, S. D., & Sinha, P. (2002). Effects of early experience on children's recognition of facial displays of emotion. Developmental Psychology, 38(5), 784–791.
  • Yalom, I. D. (2002). The gift of therapy: An open letter to a new generation of therapists and their patients. HarperCollins.