attachment• 4 λεπτά ανάγνωσης• 2/12/2025 (303 ημέρες πριν)

Η σχέση με τους γονείς ως ο τόπος διαμόρφωσης του πώς αναπτυσσόμαστε γνωστικά και συναισθηματικά.

Μαρία Νικοπούλου
Ψυχολόγος Α.Π.Θ., MSc – Gestalt Ψυχοθεραπεύτρια

Η σχέση με τους γονείς ως ο τόπος διαμόρφωσης του πώς αναπτυσσόμαστε γνωστικά και συναισθηματικά.

Η πρώτη μας σχέση είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο ερχόμαστε σε επαφή με τον κόσμο και μαθαίνουμε να αισθανόμαστε, να σκεφτόμαστε και να νοηματοδοτούμε τις εμπειρίες μας. Η σχέση αυτή, με όλα όσα την ορίζουν και τη διαμορφώνουν, γίνεται ένας εσωτερικός χάρτης που καθοδηγεί το πώς αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τους άλλους, επηρεάζοντας βαθιά τον τρόπο με τον οποίο θα συνδεθούμε στις επόμενες σχέσεις της ζωής μας.


Η αίσθηση αυτοαξίας, το πόσο ασφαλείς νιώθουμε σε μια στενή σχέση, η ανάγκη για οικειότητα ή η παρόρμηση να απομακρυνθούμε, η ικανότητα εμπιστοσύνης αλλά και ο φόβος απόρριψης ή εγκατάλειψης, η χρήση ουσιών ως τρόπος συναισθηματικής ρύθμισης, η αισιοδοξία ή ο πεσιμισμός, όλα επηρεάζονται από την ποιότητα των πρώιμων εμπειριών με τους φροντιστές μας.


Στο πλαίσιο της αναπτυξιακής και της σχεσιακής θεώρησης του τραύματος, γνωρίζουμε ότι όταν οι πρώτες σχέσεις χαρακτηρίζονται από ασυνέπεια, απουσία, έλλειψη προβλεψιμότητας ή φόβο, το παιδί αναγκάζεται να αναπτύσσει στρατηγικές επιβίωσης — μηχανισμούς άμυνας/προστασίας — αντί για αυθεντική και αυθόρμητη ανάπτυξη.


Έρευνες για το σχεσιακό τραύμα δείχνουν ότι όταν ο φροντιστής είναι ταυτόχρονα παρών και απών, ή διαθέσιμος μόνο υπό προϋποθέσεις, το παιδί τείνει να μεγαλοποιεί και να εστιάζει σε αγχογόνες σκέψεις και συναισθήματα, προσπαθώντας να διατηρήσει την επαφή με το πρόσωπο από το οποίο εξαρτάται (Liotti, 2004· Schore, 2012).


Μερικά παιδιά μαθαίνουν να αντιδρούν έντονα, ελπίζοντας ότι έτσι θα «ξυπνήσουν» τον ενήλικα ώστε να λάβουν βοήθεια. Άλλα, βιώνοντας επανειλημμένη απογοήτευση, μαθαίνουν να αποσύρονται, να παγώνουν ή να μην εκφράζουν ανάγκες, γιατί μαθαίνουν ότι δεν μπορούν να περιμένουν τη φροντίδα. Αυτές οι πρώιμες προστατευτικές στρατηγικές παγιώνονται στο χρόνο και οργανώνουν την ενήλικη συναισθηματική ζωή.


Οι άνθρωποι που δεν έλαβαν επαρκή στήριξη στις πρώιμες σχέσεις τους είναι λιγότερο πιθανό να αναζητήσουν βοήθεια όταν δυσκολεύονται, επειδή η αποφυγή επαφής με τα συναισθήματά τους έχει γίνει μηχανισμός αυτοπροστασίας. Όπως δείχνουν οι Shaver & Mikulincer (2007), η εσωτερίκευση ακατάλληλων αντιδράσεων από το περιβάλλον δημιουργεί ένα μοτίβο όπου το άτομο μαθαίνει να αμφισβητεί και να υποτιμά τις ανάγκες του, για να μην κινδυνεύσει από μια πιθανή επανάληψη εγκατάλειψης ή απόρριψης.


Οι πρώιμες σχέσεις οργανώνουν επίσης την εσωτερική μας γνώση για το πώς πρέπει να λειτουργούμε εμείς και οι άλλοι. Αυτή διαμορφώνει τη διάθεση για οικειότητα, την ανεκτικότητα στον πόνο ή στη ματαίωση και τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζουμε τον ψυχικό μας κόσμο (Winnicott, 1965· Kernberg, 1976). Σε περιβάλλοντα όπου ο φροντιστής δεν λειτουργεί ως «αρκετά καλός γονέας» (good enough parent), το παιδί δεν έχει το συναισθηματικό κράτημα — την ψυχική αγκαλιά — που επιτρέπει την ανάπτυξη ενός σταθερού και συνεκτικού εαυτού.


Στην προσέγγιση Gestalt, η σχέση θεραπευτή–θεραπευόμενου θεωρείται ο χώρος όπου τα πρώιμα, μη ολοκληρωμένα βιώματα επανενεργοποιούνται και έρχονται στο εδώ και τώρα. Το πώς διαμόρφωσε ο πρώτος φροντιστής τον τρόπο επαφής — πότε πλησίαζε, πότε αποσυρόταν, πότε ήταν απρόβλεπτος — καθορίζει το πώς το άτομο θα σχετίζεται αργότερα. Η δυσκολία στην επαφή, η διακοπή της επαφής ή οι υπερβολικές αντιδράσεις συχνά αποτελούν κατάλοιπα αυτών των πρώιμων σχηματισμών (Perls, 1973· Polster & Polster, 1974).


Η Gestalt, με την έμφαση στη διαδικασία και στο «τι συμβαίνει τώρα ανάμεσά μας», μας βοηθά να δούμε ότι οι δυσκολίες σχέσης δεν είναι απλώς προσωπικά χαρακτηριστικά, αλλά τρόποι προσαρμογής σε πρώιμα, δύσκολα περιβάλλοντα.


Ξέρουμε ότι μια πρώτη σχέση που είναι ασφαλής, συνεπής και υποστηρικτική έχει προστατευτικό ρόλο στην ανάπτυξη του παιδιού. Ενισχύει τη θετική αυτοαντίληψη, τη δυνατότητα για υγιείς σχέσεις, την αυτοεκτίμηση και το κίνητρο, καθώς και τη δημιουργικότητα και την προσαρμοστικότητα σε γνωστικές απαιτήσεις (Kafetsios & Nezlek, 2002· Sroufe, 2005).


Η εμπιστοσύνη στις δυνατότητες μας για τη μείωση του άγχους και την αντιμετώπιση δύσκολων συνθηκών ριζώνει στις πρώιμες εμπειρίες όπου κάποιος μας βοήθησε να ρυθμίσουμε τα συναισθήματά μας όταν δεν μπορούσαμε να το κάνουμε μόνοι μας. Η αυτορρύθμιση αναδύεται μέσα από τη συνεχή εμπειρία της συν-ρύθμισης με έναν ενήλικα που βλέπει, ακούει, καθησυχάζει και υποστηρίζει.


Έτσι, η ποιότητα των πρώτων σχέσεων γίνεται θεμέλιο της ψυχικής ανάπτυξης, της συναισθηματικής ευφυΐας και λειτουργικότητας και της μετέπειτα ικανότητας για ασφαλή σύνδεση. Το σχεσιακό τραύμα, η έλλειψη σταθερής παρουσίας ή η συναισθηματική ασυνέπεια δεν είναι απλώς γεγονότα που ανήκουν στο παρελθόν, αλλά εμπειρίες που συνεχίζουν να οργανώνουν το παρόν μας.


Και ταυτόχρονα, μέσα από τη θεραπευτική σχέση το άτομο μπορεί να βιώσει μια νέα μορφή επαφής και σταθερότητας, ικανή να επαναδιαμορφώσει βαθιά τους τρόπους με τους οποίους σχετίζεται με τον εαυτό και τους άλλους.


Βιβλιογραφία:


Bowlby, J. (1969). Attachment and Loss: Vol. 1. Attachment.

Ainsworth, M. et al. (1978). Patterns of Attachment.

Cassidy, J., & Shaver, P. R. (Eds.). (2016). Handbook of Attachment.

Fonagy, P., & Target, M. (1997). Attachment and reflective function.

Schore, A. (2003). Affect Dysregulation and Disorders of the Self.

Liotti, G. (2004). Trauma and dissociation in the context of disorganized attachment. Psychotherapy.

Main, M., & Solomon, J. (1990). Disorganized attachment.

Perls, F., Hefferline, R., & Goodman, P. (1951). Gestalt Therapy.

Polster, E., & Polster, M. (1973). Gestalt Therapy Integrated.

Winnicott, D. W. (1965). The Maturational Processes and the Facilitating Environment.

Πίσω στα Άρθρα

Μοιραστείτε μια σκέψη

Φόρτωση σχολίων...

Χρειάζεστε υποστήριξη σε αυτό το θέμα;

Ατομική Ψυχοθεραπεία