Σε μια πρόσφατη συνεδρία, μια νεαρή κοπέλα μοιράστηκε μια επίμονη σκέψη: ‘’ ό,τι και αν ξεκινήσω, θα το παρατήσω’’. Διερευνώντας αυτή τη φράση, ανακάλυψε ότι δεν ήταν δική της. Ήταν η ηχώ της φωνής της μητέρας της, η οποία σε πολλές περιπτώσεις την επέκρινε επειδή μπορεί να άφηνε κάτι στη μέση. Παρόλο που η ίδια αναγνώριζε πως υπήρχαν εξωτερικοί παράγοντες για αυτό, είχε υιοθετήσει στην πορεία την φωνή της μητέρας της ως ένα δικό της χαρακτηριστικό.
Συχνά, αν ανατρέξουμε στην ιστορία της δημιουργίας των αυτόματων και επαναλαμβανόμενων σκέψεων και πεποιθήσεων για τον εαυτό μας, θα συναντήσουμε τις φωνές και στάσεις σημαντικών προσώπων στη ζωή μας, (γονέων, δασκάλων και άλλων ενηλίκων) που με το χρόνο μετατράπηκαν σε προσωπικές πεποιθήσεις. Θα βρούμε φωνές όμοιες με αυτές που μας μάλωναν ή μας επέκριναν για αυτά που δεν καταφέρναμε. Φωνές που ακούσαμε τόσες φορές που σταδιακά τις εσωτερικεύσαμε, πιστεύοντας πως είναι δικές μας. Από την οπτική της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας, αυτή η εσωτερίκευση μπορεί να απομακρύνει το άτομο από την αυθεντική επικοινωνία με τη δική του φωνή.
Ένα πολύ ενδιαφέρον και κλασικό πείραμα που συνδέεται με τα παραπάνω είναι η αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Κάποτε μια ψυχολόγος θέλοντας να μελετήσει αυτό το φαινόμενο, επισκέφθηκε ένα σχολείο και μέτρησε χορηγώντας κάποια τεστ την νοημοσύνη των παιδιών. Στη συνέχεια επέδειξε στη δασκάλα μιας τάξης συγκεκριμένους μαθητές που είχαν υψηλό δείκτη νοημοσύνης. Η δασκάλα εμπιστεύοντας τα λόγια της ψυχολόγου συμπεριφέρθηκε ανάλογα και στο τέλος της χρονιάς η ερευνήτρια επισκέφθηκε ξανά το σχολείο για να μετρήσει ξανά τη νοημοσύνη των παιδιών. Αυτό που μας δείχνει πολύ καθαρά και απλά αυτό το πείραμα είναι ότι οι προσδοκίες της δασκάλας για τα πιο ευφυή παιδιά επιβεβαιώθηκαν. Τα παιδιά τα οποία είχε υποδείξει η ψυχολόγος, είχαν όντως σημειώσει άνοδο στα τεστ νοημοσύνης που επαναλήφθηκαν. Η λεπτομέρεια όμως που ανατρέπει αυτή την κατά τα άλλα αναμενόμενη εξέλιξη είναι ότι η ψυχολόγος επέλεξε στην τύχη τα παιδιά. Εκείνα που υπέδειξε ως εξυπνότερα δεν ήταν περισσότερο από τα υπόλοιπα, ούτε είχαν δείξει κάποιο συγκεκριμένο ταλέντο ή κλίση. Το συγκεκριμένο πείραμα μας δείχνει ότι όταν κάποιος μας δίνει ευκαιρίες, χώρο, χρόνο και πιστεύει σε εμάς, τότε μπορούμε να εξελιχθούμε και να πετύχουμε.
Αυτή η προσδοκία των άλλων στην πορεία εσωτερικεύεται και αυτό που περιμένουν οι άλλοι από εμάς, μετατρέπεται συχνά σε εσωτερική πεποίθηση. Έτσι, όταν δεν έχουμε εξωτερική υποστήριξη μαζί με την πίστη ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε, συχνά δυσκολευόμαστε να τολμήσουμε. Αν σκεφτόμαστε ότι δεν θα τα καταφέρουμε ή ότι θα τα παρατήσουμε, τότε είναι πιθανότερο να μην ξεκινήσουμε κάτι και άρα να μείνουμε αμετακίνητοι από το σημείο που είμαστε. Σαμποτάρουμε την προσπάθεια μας πριν καν αρχίσει και έτσι επιβεβαιώνουμε τις σκέψεις μας επειδή ίσως κανείς δεν πίστεψε σε εμάς ή δεν μας ενθάρρυνε κατάλληλα.
Επιπλέον, ο εγκέφαλος μας όταν εντοπίσει κάτι αρνητικό, τείνει να παρατηρεί και να συλλέγει τα στοιχεία εκείνα που επιβεβαιώνουν αυτή τη θέση και να αγνοεί τυχόν στοιχεία που αναιρούν την παρατήρηση αυτή. Πρόκειται για τη λεγόμενη αρνητική προκατάληψη, η οποία δρα σε βάρος των εναλλακτικών εμπειριών και δείχνει ότι οι αρνητικές εμπειρίες και πληροφορίες έχουν συχνά μεγαλύτερη ψυχολογική επίδραση από τις θετικές. Από εξελικτική σκοπιά, αυτή η τάση φαίνεται να σχετίζεται με την ανάγκη του ανθρώπινου οργανισμού να εντοπίζει γρήγορα πιθανές απειλές στο περιβάλλον, ώστε να διασφαλίζει την επιβίωσή του.
Φυσικά και όλα τα παραπάνω δεν είναι ντετερμινιστικά. Έχουμε τη δυνατότητα δεδομένης της νευροπλαστικότητας να αναγνωρίσουμε και να αλλάξουμε όλα αυτά που διαμορφώθηκαν περιορίζοντας τις δυνατότητες μας. Από υπαρξιακή σκοπιά, ο άνθρωπος δεν είναι ένα στατικό αντικείμενο, αλλά μια διαρκής δυνατότητα. Όπως έλεγε και ο Sartre, σημασία δεν έχει τόσο τι μας έκαναν, αλλά τι κάνουμε εμείς με αυτό που μας έκαναν. Το να αναγνωρίζουμε από που έρχονται όλες οι διαφορετικές φωνές που ακούμε εσωτερικά, είναι το πρώτο βήμα για να αρχίσουμε να διαχωρίζουμε τη δική μας φωνή.



