αυτοπεποίθηση• 12 λεπτά ανάγνωσης• 1/10/2026 (0 ημέρες πριν)

Τελειομανία και αυτοπεποίθηση: πώς ξαναβρίσκω τον εαυτό μου;

Μαρία Νικοπούλου
Ψυχολόγος Α.Π.Θ., MSc – Gestalt Ψυχοθεραπεύτρια

Τελειομανία και αυτοπεποίθηση: πώς ξαναβρίσκω τον εαυτό μου;

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που μπορεί να αναρωτιόμαστε: «Ποια είμαι τελικά; Τι θέλω; Τι μου αρέσει; Πώς θέλω να είναι η ζωή μου;»


Μπορεί να έχουμε μάθει για χρόνια να ανταποκρινόμαστε στις ανάγκες των άλλων, να είμαστε «καλά παιδιά», καλές σύντροφοι, καλές μητέρες, επιτυχημένες επαγγελματίες, διαθέσιμες φίλες. Να ξέρουμε πολύ καλά τι χρειάζονται οι άλλοι, αλλά να δυσκολευόμαστε να απαντήσουμε σε μια πολύ πιο απλή ερώτηση:


«Τι χρειάζομαι εγώ;»


Και κάπως έτσι, η έλλειψη αυτοπεποίθησης δεν μοιάζει πάντα με ανασφάλεια ή δυσκολία να καταφέρουμε πράγματα. Μπορεί να μοιάζει με υπερπροσπάθεια, τελειομανία, δυσκολία να πούμε «όχι», ανάγκη για επιβεβαίωση ή διαρκή αμφιβολία για τις επιλογές μας. Και κάτω από όλα αυτά, συχνά υπάρχει κούραση, μοναξιά, βάρος, θλίψη, μια αίσθηση έλλειψης ικανοποίησης, ότι ίσως ζούμε μια ζωή που δεν τη νιώθουμε ολόκληρα δική μας.


Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι μόνο «πώς θα αποκτήσω περισσότερη αυτοπεποίθηση;», αλλά: «Πώς μπορώ να ξαναβρώ την επαφή με τον εαυτό μου;»


Η αυτοπεποίθηση δεν αφορά το να πιστεύω ότι μπορώ να τα κάνω όλα

Συχνά μιλάμε για την αυτοπεποίθηση σαν να είναι ένα χαρακτηριστικό που είτε έχουμε είτε δεν έχουμε. Σαν να υπάρχουν άνθρωποι που γεννήθηκαν σίγουροι για τον εαυτό τους και άλλοι που χρειάζεται να «δουλέψουν» για να γίνουν έτσι.


Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.


Η αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει ότι δεν φοβάμαι, ότι δεν αμφιβάλλω ή δεν κάνω λάθη. Δεν σημαίνει ότι πιστεύω πως είμαι όμορφη, έξυπνη, ικανή, ανώτερη ή καλύτερη από τους άλλους.


Αντίθετα, σημαίνει κάτι πολύ πιο βαθύ: το να μπορώ να εμπιστεύομαι τον εαυτό μου ακόμη κι όταν δεν είμαι βέβαιη για το αποτέλεσμα.


Να μπορώ να πω:
«Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, αλλά θα μπορώ να με υποστηρίξω.»


Αυτή η αίσθηση εμπιστοσύνης είναι διαφορετική από την ανάγκη να είμαι πάντα δυνατή, σωστή, θετική ή να έχω πάντα δίκιο. Περιλαμβάνει και τη δυνατότητα να αναγνωρίζω τα όριά μου, να κάνω λάθη, να αλλάζω γνώμη και να ζητώ βοήθεια.


Όταν έχουμε μάθει να κοιτάμε τον εαυτό μας μέσα από τα μάτια των άλλων

Η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας δεν δημιουργείται σε κενό.


Από πολύ νωρίς μαθαίνουμε να καταλαβαίνουμε ποιοι είμαστε μέσα από τις σχέσεις μας. Μέσα από τον τρόπο που μας κοιτούν, μας ακούν, μας αναγνωρίζουν ή μας απορρίπτουν αυτοί που μας φροντίζουν.


Ένα παιδί που νιώθει ότι υπάρχει χώρος για τα συναισθήματα, τις ανάγκες και τη διαφορετικότητά του μπορεί σταδιακά να αναπτύξει την αίσθηση:
«Αυτό που νιώθω έχει σημασία, αξίζω.»


Αντίθετα, όταν η αποδοχή μοιάζει να εξαρτάται από τη συμπεριφορά, την επίδοση ή τη συμμόρφωση, μπορεί να μάθει:
«Αξίζω όταν τα καταφέρνω.»
«Με αγαπούν όταν δεν δυσκολεύω τους άλλους ή όταν δεν έχω ανάγκες.»
«Πρέπει να είμαι καλή για να με θέλουν.»
«Πρέπει να αρέσω για να αξίζω.»


Με τον χρόνο, αυτές οι εμπειρίες γίνονται οι εσωτερικές φωνές που μας καθοδηγούν στις σχέσεις μας.


Στην ψυχοθεραπεία Gestalt μιλάμε για ενδοβολή (introjection): «μηνύματα» και «πρέπει» που κάποτε απορροφήσαμε, χωρίς να μπορούμε να τα αμφισβητήσουμε ή να κρατήσουμε μόνο ό,τι μας ταιριάζει. Γιατί τότε, ως παιδιά, χρειαζόμασταν τους ανθρώπους γύρω μας, και η υιοθέτηση αυτών των μηνυμάτων ήταν ένας τρόπος να μείνουμε κοντά τους, να νιώσουμε ασφάλεια και αποδοχή και έτσι να επιβιώσουμε.


Ο Winnicott περιέγραψε κάτι συγγενικό με την έννοια του ψευδούς εαυτού (false self). Όταν ένα παιδί χρειάζεται να προσαρμόζεται συνεχώς στις ανάγκες και στις διαθέσεις των άλλων, μπορεί να αναπτύξει έναν εαυτό που είναι βολικός και «καλός», που δεν δυσκολεύει τους άλλους. Αυτός ο εαυτός δεν είναι ψέμα. Είναι μια προσαρμοστική λύση που κάποτε μας προστάτευσε. Μπορεί όμως, με τον καιρό, να σκεπάσει τόσο πολύ τα αυθόρμητα συναισθήματα, τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας, ώστε να μη θυμόμαστε πια πώς είναι να τα νιώθουμε.


Και τότε ίσως δεν χρειάζεται πλέον κάποιος άλλος να μας κρίνει. Έχουμε μάθει να το κάνουμε εμείς οι ίδιες.


Η χαμηλή αυτοπεποίθηση μπορεί να κρύβεται πίσω από την τελειομανία

Μερικές φορές η χαμηλή αυτοπεποίθηση δεν φαίνεται καθόλου σαν ανασφάλεια.


Μπορεί να φαίνεται σαν τελειομανία.


«Πρέπει να το κάνω τέλεια.»
«Δεν επιτρέπεται να κάνω λάθος.»
«Αν αποτύχω, θα αποδείξω ότι δεν είμαι αρκετή.»


Και όταν κάτι δεν πάει όπως θέλαμε, η εσωτερική φωνή μπορεί να γίνει πολύ σκληρή: «Δεν αξίζω. Ήξερα ότι δεν είμαι αρκετά καλή. Τώρα θα καταλάβουν ποια είμαι στ' αλήθεια.» Ένα μικρό λάθος μπορεί να φέρει ντροπή, απογοήτευση και φόβο απόρριψης, σαν να μην κρίνεται μόνο αυτό που κάναμε, αλλά ολόκληρη η ύπαρξή μας.


Πίσω από την ανάγκη να τα κάνουμε όλα σωστά μπορεί να υπάρχει ένας βαθύτερος φόβος: ότι χωρίς την επιτυχία, την εμφάνιση, την επίδοση ή την αποδοχή των άλλων δεν επιτρέπεται να υπάρξουμε.


Ίσως, κάποτε, η τελειομανία να ήταν ένας τρόπος να νιώθουμε ασφάλεια. Αν τα κάνω όλα σωστά, δεν θα με κρίνουν ούτε θα με απορρίπτουν. Αν δεν κάνω λάθη, δεν θα απογοητεύσω κανέναν. Αν είμαι άψογη, θα με αγαπούν και θα με θέλουν. Το τίμημα όμως είναι μια διαρκής εγρήγορση και το βάρος του να αποδεικνύω συνεχώς την ικανότητά μου, κάτι που δεν ελαφραίνει όταν ξεκουραζόμαστε σωματικά ή όταν παίρνουμε άδεια από τη δουλειά.


Γι' αυτό και η αυτοπεποίθηση δεν χτίζεται απαραίτητα προσπαθώντας να γίνουμε «καλύτερες».


Χτίζεται μαθαίνοντας ότι δεν χρειάζεται να είμαστε τέλειες για να είμαστε άξιες αγάπης και αποδοχής.


«Πώς βρίσκω τον εαυτό μου;»

Η φράση «να βρω τον εαυτό μου» μπορεί να ακούγεται σαν να υπάρχει κάπου ένας αυθεντικός εαυτός που περιμένει να τον ανακαλύψουμε κάτω από τα στρώματα των «πρέπει» που έχουμε φορέσει.


Στην πραγματικότητα, η σχέση μας με τον εαυτό μας διαμορφώνεται και μεταμορφώνεται συνεχώς.


Δεν βρίσκουμε απλώς τον εαυτό μας.
Τον γνωρίζουμε. Τον ακούμε. Τον διαμορφώνουμε ξανά και ξανά, γιατί ο εαυτός δεν είναι μια στατική οντότητα, αλλά μια ζωντανή διαδικασία που μεταμορφώνεται σύμφωνα με τις ανάγκες εξέλιξής μας.


Αυτό μπορεί να ξεκινήσει από πολύ μικρές ερωτήσεις.


Τι μου αρέσει;
Τι κάνω επειδή το θέλω και τι κάνω επειδή φοβάμαι να απογοητεύσω κάποιον;
Πότε αισθάνομαι περισσότερο ο εαυτός μου;
Με ποιους ανθρώπους μπορώ να είμαι αυθόρμητη;
Πότε λέω «ναι» ενώ μέσα μου θέλω να πω «όχι»;
Τι ανέχομαι επειδή φοβάμαι τι θα συμβεί αν βάλω ένα όριο;
Ποια πράγματα επιθυμώ αλλά δυσκολεύομαι να τα διεκδικήσω;


Αυτές οι ερωτήσεις δεν έχουν στόχο να μας δώσουν γρήγορα απαντήσεις. Έχουν στόχο να μας βοηθήσουν να στρέψουμε ξανά την προσοχή προς τα μέσα.


Και πολλές φορές οι απαντήσεις δεν έρχονται πρώτα από τη σκέψη, αλλά από το σώμα. Τι συμβαίνει μέσα μου όταν λέω «ναι» ενώ θέλω να πω «όχι»; Σφίγγεται το στομάχι μου; Η αναπνοή μου γίνεται κοφτή και ρηχή; Νιώθω ένα βάρος στους ώμους ή μια ανακούφιση όταν κάτι ακυρώνεται; Το σώμα συχνά ξέρει τι χρειαζόμαστε πριν προλάβουμε να το σκεφτούμε.


Η ψυχοθεραπεία Gestalt δίνει μεγάλη σημασία σε αυτή την ενσώματη επίγνωση στο εδώ και τώρα. Γιατί πολλές φορές, τη στιγμή που συμβαίνει κάτι, είμαστε αλλού με το μυαλό και δρούμε μηχανικά, όπως νομίζουμε ότι «πρέπει», χωρίς να είναι πραγματικά δική μας επιλογή. Όταν μπορούμε να σταθούμε για λίγο σε αυτό που νιώθουμε εκείνη τη στιγμή, ανοίγει ένας μικρός χώρος ανάμεσα στο «πρέπει» και στο «θέλω».


Ο εαυτός μας μπορεί να φαίνεται στις επιλογές μας

Μερικές φορές περιμένουμε να αισθανθούμε πρώτα σίγουρες και μετά να κάνουμε μια επιλογή.


Όμως μπορεί να συμβαίνει και το αντίστροφο.


Η εμπιστοσύνη στον εαυτό μας χτίζεται όταν αρχίζουμε να παίρνουμε μικρές αποφάσεις που ταιριάζουν πραγματικά σε εμάς.


Να επιλέξουμε αυτό που θέλουμε να φάμε.
Να φορέσουμε κάτι επειδή μας αρέσει και όχι επειδή πιστεύουμε ότι θα μας κολακέψει περισσότερο στα μάτια των άλλων.
Να αρνηθούμε μια πρόσκληση όταν είμαστε κουρασμένες.
Να εκφράσουμε μια διαφορετική άποψη.
Να ζητήσουμε αυτό που χρειαζόμαστε.
Να βάλουμε όρια σε μια σχέση που μας πληγώνει.
Να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να δοκιμάσει κάτι καινούργιο χωρίς να γνωρίζουμε αν θα πετύχει.


Κάθε φορά που ακούμε μια δική μας ανάγκη και της δίνουμε χώρο, στέλνουμε στον εαυτό μας ένα μήνυμα:
«Σε ακούω, και είναι εντάξει να δοκιμάσεις.»


Και αυτή η εμπειρία μπορεί να είναι πολύ πιο σημαντική από οποιαδήποτε θετική δήλωση μπροστά στον καθρέφτη.


Γιατί μπορεί να φοβόμαστε να είμαστε ο εαυτός μας;

Αν η επαφή με τον εαυτό μας είναι κάτι που επιδιώκουμε, γιατί είναι τόσο δύσκολη;


Ίσως γιατί το να ακούσω τι θέλω σημαίνει ότι θα χρειαστεί και να επιλέξω. Και κάθε επιλογή έχει ένα τίμημα. Μπορεί να απογοητεύσω κάποιον. Μπορεί να κάνω λάθος. Μπορεί να χάσω κάτι ή κάποιον-α.


Ο Irvin Yalom περιγράφει την ελευθερία και την ευθύνη ως μία από τις βασικές υπαρξιακές δεδομένες της ζωής μας: σε μεγάλο βαθμό, είμαστε εμείς οι συγγραφείς της ζωής μας. Αυτό μπορεί να ακούγεται απελευθερωτικό, αλλά μπορεί να είναι ταυτόχρονα και τρομακτικό. Γιατί αν δεν υπάρχει κάποιος άλλος που ξέρει τι είναι σωστό για μένα, τότε η ευθύνη για τη ζωή μου είναι δική μου.


Έτσι, το να ζούμε σύμφωνα με τα «πρέπει» των άλλων μπορεί να είναι και ένας τρόπος να προστατευτούμε από το άγχος αυτής της ελευθερίας και να νιώθουμε ασφαλείς. Αν κάνω ό,τι περιμένουν από μένα, τουλάχιστον δεν θα είμαι εγώ υπεύθυνη αν κάτι πάει στραβά.


Ο Κίρκεγκωρ έγραφε, πριν από σχεδόν δύο αιώνες, ότι η πιο συνηθισμένη μορφή απόγνωσης είναι να μη θέλει κανείς να είναι ο εαυτός του. Ίσως όχι επειδή δεν το θέλουμε, αλλά επειδή κάποτε μάθαμε ότι ήταν επικίνδυνο.


Όμως και το να μην είμαστε ο εαυτός μας έχει ένα τίμημα, πιο αθόρυβο ίσως: μια ζωή που μπορεί να φαίνεται σωστή απ' έξω, αλλά συναισθηματικά δεν τη νιώθουμε δική μας.


Η αυτοπεποίθηση χρειάζεται σχέση

Ο εαυτός δεν μπορεί να δημιουργηθεί μόνος του. Ο φιλόσοφος Martin Buber, του οποίου η σκέψη επηρέασε βαθιά την ψυχοθεραπεία Gestalt, έγραφε ότι όποιος ζει χωρίς πραγματική συνάντηση με τον άλλον χάνει κάτι από την ανθρωπιά του. Για τον Buber, «ο άνθρωπος γίνεται Εγώ μέσα από το Εσύ». Ο εαυτός δεν προϋπάρχει της σχέσης, αλλά γεννιέται μέσα στη συνάντηση. Γι' αυτό και σε κάθε σχέση υπάρχει η δυνατότητα να εφεύρω ξανά, να δημιουργήσω τον εαυτό μου. Αυτό γεννά τρομερές δυνατότητες για το ποιοι μπορούμε να γίνουμε. Το να βλέπουμε τον εαυτό ως κάτι δυναμικό έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με «αλήθειες» με τις οποίες μεγαλώνουμε: «είσαι όπως ο πατέρας σου ή η μητέρα σου» ή «δεν αλλάζει ο άνθρωπος».


Χρειαζόμαστε σχέσεις μέσα στις οποίες μπορούμε να υπάρχουμε χωρίς να χρειάζεται διαρκώς να αποδεικνύουμε την αξία μας.


Μια σχέση στην οποία μπορούμε να πούμε «διαφωνώ» χωρίς να φοβόμαστε ότι θα χάσουμε τον άλλον, γιατί η ύπαρξη και η αποδοχή μας δεν είναι υπό όρους.
Μια σχέση στην οποία μπορούμε να πούμε «χρειάζομαι βοήθεια» χωρίς να νιώθουμε αδυναμία.
Μια σχέση στην οποία μπορούμε να δείξουμε μια πλευρά μας που δεν είναι τέλεια και να παραμένουμε αποδεκτές.


Γι' αυτό πολλές φορές η δυσκολία με την αυτοπεποίθηση δεν είναι μόνο μια «εσωτερική» δυσκολία. Είναι περισσότερο ένα σημάδι του τρόπου με τον οποίο έχουμε μάθει να υπάρχουμε μέσα στις σχέσεις μας.


Όταν φοβάμαι πολύ την απόρριψη, μπορεί να προσαρμόζομαι.
Όταν φοβάμαι την εγκατάλειψη, μπορεί να δυσκολεύομαι να βάλω όρια.
Όταν έχω μάθει ότι πρέπει να φροντίζω τους άλλους, μπορεί να έχω χάσει την επαφή με το τι χρειάζομαι εγώ.


Έτσι, η θεραπευτική δουλειά δεν αφορά το να «σκέφτομαι πιο θετικά». Αφορά την εξερεύνηση του τρόπου με τον οποίο έχω μάθει να σχετίζομαι με τον εαυτό μου και με τους άλλους.


Και αυτή η εξερεύνηση δεν γίνεται μόνο με λόγια. Συχνά, ό,τι μας δυσκολεύει στις σχέσεις μας έξω εμφανίζεται και μέσα στη θεραπευτική σχέση. Μπορεί να προσπαθώ να είμαι κι εκεί «καλή», να μη δυσκολέψω την ψυχοθεραπεύτριά μου, να λέω αυτό που νομίζω ότι θέλει να ακούσει. Όταν αυτό μπορεί να ειπωθεί και να βρει χώρο, η θεραπευτική σχέση γίνεται ένα μέρος όπου μπορούμε να δοκιμάσουμε κάτι καινούργιο: να διαφωνήσουμε, να ζητήσουμε, να δείξουμε μια πιο ευάλωτη πλευρά μας που δεν είναι τέλεια, και να μείνουμε σε επαφή.


Από το «είμαι αρκετή» στο «είμαι εγώ»

Υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι είμαι αρκετή και στο να μπορώ πραγματικά να υπάρχω μέσα στον εαυτό μου.


Το πρώτο μπορεί να γίνει άλλη μία απαίτηση:
«Πρέπει να αγαπώ τον εαυτό μου.»
«Πρέπει να έχω αυτοπεποίθηση.»
«Πρέπει να είμαι δυνατή.»


Το δεύτερο είναι πιο ήσυχο.


Είναι η δυνατότητα να μπορώ να αναγνωρίζω:
«Αυτό μου αρέσει.»
«Αυτό δεν μου κάνει.»
«Εδώ φοβάμαι.»
«Εδώ θυμώνω.»
«Αυτό το χρειάζομαι.»
«Εδώ έκανα λάθος.»
«Αυτό το θέλω.»


Και να μπορώ να παραμένω σε επαφή με τον εαυτό μου ακόμη κι όταν κάποιος άλλος δεν συμφωνεί.


Ο Arnold Beisser, στην παράδοξη θεωρία της αλλαγής (paradoxical theory of change), περιέγραψε ότι η αλλαγή συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος γίνεται αυτό που είναι, και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι όσο πιέζω τον εαυτό μου να γίνει πιο σίγουρος, πιο δυνατός, πιο «αρκετός», τόσο συνεχίζω να του λέω ότι έτσι όπως είναι δεν είναι εντάξει και ότι πρέπει να γίνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι και νιώθω τώρα. Ενώ όταν μπορώ να αναγνωρίσω και να αποδεχτώ ότι εδώ φοβάμαι ή εδώ αμφιβάλλω, κάτι αρχίζει να μαλακώνει και να αισθάνομαι την αποδοχή. Και μέσα από αυτήν μπορεί να γεννηθεί μια πίστη στον εαυτό πιο σταθερή, που δεν χρειάζεται διαρκώς να αποδεικνύεται.


Και έτσι η αυτοπεποίθηση μοιάζει όχι τόσο με την πεποίθηση ότι «είμαι αρκετή», όσο με την εμπειρία ότι «μπορώ να είμαι εγώ».


Και ίσως το να βρούμε τον εαυτό μας να μη σημαίνει να ανακαλύψουμε ποια «πρέπει» να είμαστε.


Αλλά να αρχίσουμε, λίγο λίγο, να ακούμε ποια είμαστε ήδη.


Βιβλιογραφία

  • Beisser, A. (1970). The paradoxical theory of change. In J. Fagan & I. L. Shepherd (Eds.), Gestalt therapy now (pp. 77–80). Science and Behavior Books.
  • Buber, M. (1970). I and thou (W. Kaufmann, Trans.). Charles Scribner's Sons. (Original work published 1923)
  • Kierkegaard, S. (1980). The sickness unto death (H. V. Hong & E. H. Hong, Trans.). Princeton University Press. (Original work published 1849)
  • Perls, F., Hefferline, R. F., & Goodman, P. (1951). Gestalt therapy: Excitement and growth in the human personality. Julian Press.
  • Winnicott, D. W. (1965). Ego distortion in terms of true and false self. In The maturational processes and the facilitating environment (pp. 140–152). Hogarth Press. (Original work published 1960)
  • Yalom, I. D. (1980). Existential psychotherapy. Basic Books.
Πίσω στα Άρθρα

Μοιραστείτε μια σκέψη

Φόρτωση σχολίων...

Χρειάζεστε υποστήριξη σε αυτό το θέμα;

Ατομική Ψυχοθεραπεία