Όλοι έχουμε υπαρξιακές ανάγκες. Να είμαστε ορατοί συναισθηματικά από τους άλλους. Να μας καταλαβαίνουν. Να βρίσκουμε νόημα μέσα από τις σχέσεις μας.
Μια θεραπευόμενη μου περιέγραφε το βάρος που αισθάνεται κάθε φορά που επιστρέφει στο πατρικό της σπίτι. Κανείς δεν την βλέπει για αυτό που είναι. Όλοι της λένε πώς θα έπρεπε να είναι και τι να κάνει για να διορθώσει τον εαυτό της. Κανείς δεν της λέει ότι είναι αρκετή.
Υπάρχουν λοιπόν άνθρωποι που μεγάλωσαν χωρίς να βιώσουν μια σχέση, μέσα στην οποία κάποιος τους άκουσε και τους είδε πραγματικά χωρίς να τους διακόπτει, να τους διορθώνει ή στην χειρότερη περίπτωση να τους κρίνει διαρκώς.
Υπάρχουμε αν οι άλλοι δεν μπορούν να μας δουν; ή μάλλον πώς υπάρχουμε όταν οι άλλοι δεν μας βλέπουν;
Πολλοί μπορεί να προσποιούμαστε ότι είμαστε κάτι άλλο για να γινόμαστε ορατοί από τους άλλους. Να φαινόμαστε πιο ισχυροί, πιο δυναμικές, πιο ελκυστικές, πιο σίγουροι. Όλοι κουβαλάμε αυτές τις βαθιά υπαρξιακές ανάγκες, να είμαστε ορατοί, να μας καταλαβαίνουν και να βρίσκουμε νόημα στη σύνδεση μας με τους άλλους. Δεν πρόκειται για μια επιφανειακή ανάγκη για επιβεβαίωση, αλλά για την ανάγκη της ύπαρξης μέσα στη σχέση.
Όταν το παιδί γεννιέται έχει την ανάγκη να καθρεφτιστεί (να δουν τον εσωτερικό του κόσμο και να του το αναγνωρίσουν) από τους ενήλικες που το φροντίζουν και έτσι σταδιακά θα δημιουργηθεί η αίσθηση του εαυτού του. Όταν βλέπω το παιδί να δυσκολεύεται, χρειάζεται να του το αναγνωρίσω για να αντιληφθεί τη δυσκολία του και να μπορέσει και εκείνο να βάλει σε λόγια αυτό που βιώνει. Από το πώς μας βλέπουν οι άλλοι, αρχίζουμε να χτίζουμε τον εαυτό μας. Το βρέφος υπάρχει μέσα από το βλέμμα του άλλου. Μέσα από την ανταπόκριση. Οι άλλοι είναι ο καθρέφτης μας. Όταν αυτή η ανταπόκριση είναι επαρκής, δημιουργείται μια αίσθηση συγκρότησης του εαυτού. Όταν λείπει ή είναι ασυνεπής, μπορεί να μείνει ένα ίχνος: μια αίσθηση αορατότητας, ένα βίωμα «δεν είμαι αρκετή», «δεν αξίζω».
Έτσι, ως ενήλικες, συχνά δεν αναζητούμε απλώς επαφή. Αναζητούμε να γίνουμε αισθητοί στον άλλον.
Η παρουσία όμως δεν είναι ατομική ιδιότητα, δημιουργείται στο ‘’μεταξύ’’. Δεν είναι κάτι που κουβαλάμε σταθερά ως ένα καθαρά ατομικό χαρακτηριστικό, αλλά κάτι που συμβαίνει στη συνάντηση. Δεν είμαστε οι ίδιοι άνθρωποι σε όλες μας τις σχέσεις. Ο εαυτός μας αναδύεται διαφορετικά με άτομα που μας προκαλούν φόβο, άγχος ή με αυτούς που μας κατανοούν και μας δίνουν χώρο και μας επιτρέπουν να είμαστε αυτοί που είμαστε.
Το να είμαστε παρόντες σημαίνει να είμαστε σε επαφή με το σώμα, τα συναισθήματα μας και τις σκέψεις μας, να μπορούμε να στραφούμε στους άλλους χωρίς να χαθούμε και να επιτρέπουμε ταυτόχρονα στη δεδομένη χρονική στιγμή να μας επηρεάσει. Αυτό είναι ένα μικρό παράδειγμα για το τι συμβαίνει στην ψυχοθεραπεία. Στην θεωρία γκεστάλτ μιλάμε για τον κύκλο της επαφής που αποτελείται από στάδια. Αρχικά αντιλαμβανόμαστε κάτι στο σώμα μας, μια ανάγκη. Προσπαθούμε να καταλάβουμε τι χρειαζόμαστε και κινούμαστε προς αυτό, το συναντάμε και έπειτα αποσυρόμαστε. Αυτά τα στάδια αποτελούν ένα δείγμα υγιούς διαδικασίας επαφής και ισχύει τόσο για τις προσωπικές μας ανάγκες, όσο και για το πώς σχετιζόμαστε με τους ανθρώπους. Υπάρχει περίπτωση όμως για διάφορους λόγους, ο κύκλος αυτός να μην ολοκληρώνεται με αυτόν τον τρόπο και να διακόπτεται, μέσα από την αποφυγή, την υπερανάλυση ή τη συναισθηματική απόσυρση.
Για να μπορέσουμε να συναντήσουμε τους άλλους αυθεντικά, πρέπει πρώτα να μπορούμε να σταθούμε μέσα στον εαυτό μας. Αυτό σημαίνει να αντέχουμε τα συναισθήματα μας χωρίς να κατακλυζόμαστε από αυτά ή να τα αποφεύγουμε και να μπορούμε να παραμένουμε ή να επιστρέφουμε σε μια σχετική εσωτερική σταθερότητα. Αυτή η ικανότητα δημιουργείται μέσα από εμπειρίες σχέσης ή μέσα από την ψυχοθεραπεία.
Έτσι, μπορούμε να είμαστε ανοιχτοί χωρίς να χάνουμε τον εαυτό μας, να είμαστε παρούσες χωρίς να απειλούμαστε ή να χανόμαστε στους άλλους, χωρίς να νιώθουμε την ανάγκη να προβλέψουμε το αποτέλεσμα και χωρίς να νιώθουμε ότι εκτιθόμαστε. Για να το καταφέρουμε αυτό χρειάζεται να εμβαθύνουμε την αυτογνωσία μας, να εξασκήσουμε την ικανότητα ακρόασης και παρατηρητικότητας μας και να αντέχουμε την αβεβαιότητα.
Στο τέλος, αυτό που μένει από τις σχέσεις μας δεν είναι μόνο τα λόγια ή οι πράξεις. Είναι οι στιγμές όπου νιώσαμε ότι υπάρχουμε μέσα στη σχέση μας με τους άλλους. Η αίσθηση ότι κάποιος μας συνάντησε αυθεντικά.
Και ίσως η παρουσία να είναι ακριβώς αυτό:
ένας τρόπος να λέμε, χωρίς λόγια «είμαι εδώ, και σε βλέπω».
Σημείωση: Το παρόν άρθρο είναι εμπνευσμένο από το άρθρο των Marie-Anne Chidiac και Sally Denham-Vaughan «Presence as a Relational Process».



