Το σύνθετο PTSD (Σύνθετη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες) δεν αφορά μόνο τις αναμνήσεις ενός τραυματικού γεγονότος. Μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζουμε τα συναισθήματά μας, βλέπουμε τον εαυτό μας και δημιουργούμε σχέσεις με τους άλλους.
Ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα σε κακοποίηση, παραμέληση, απρόβλεπτες αντιδράσεις, μη συναισθηματική διαθεσιμότητα ή άλλες επαναλαμβανόμενες εμπειρίες φόβου, απόρριψης ή ανασφάλειας δεν μαθαίνει μόνο να φοβάται ένα συγκεκριμένο γεγονός. Μαθαίνει, συχνά χωρίς να το καταλαβαίνει, κάτι πολύ ευρύτερο:
«Αν χρειαστώ κάποιον, μπορεί να απογοητευτώ.»
«Αν αφεθώ, μπορεί να πληγωθώ.»
«Οι κοντινές σχέσεις μπορεί να μην είναι ασφαλείς.»
Και έτσι, χρόνια αργότερα, το τραύμα μπορεί να εμφανίζεται όχι μόνο ως αναμνήσεις, εφιάλτες ή υπερεπαγρύπνιση, αλλά ως ένας ιδιαίτερος τρόπος να σχετιζόμαστε. Η έρευνα έχει αρχίσει να φωτίζει αυτή ακριβώς τη διαδρομή. Σε κλινικά δείγματα ανθρώπων με ιστορικό παιδικού τραύματος, δύο διαστάσεις της σχέσης φαίνεται να έχουν ιδιαίτερη σημασία: ο φόβος εγκατάλειψης και ο φόβος εγγύτητας. (Van Dijke, Hopman & Ford, 2018).
Όταν η σχέση γίνεται μέρος του τραύματος
Το σύνθετο μετατραυματικό στρες (CPTSD), περιλαμβάνει τα βασικά συμπτώματα του PTSD ( έντονες και ανεπιθύμητες αναμνήσεις του τραυματικού γεγονότος, αποφυγή και επίμονη αίσθηση απειλής), αλλά και μια δεύτερη ομάδα δυσκολιών που ονομάζονται διαταραχές της αυτοοργάνωσης. Σε αυτές περιλαμβάνονται η δυσκολία ρύθμισης του συναισθήματος, η αρνητική εικόνα για τον εαυτό και οι επίμονες δυσκολίες στις σχέσεις (Karatzias, et. Al., 2022). Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν το τραύμα έχει συμβεί μέσα σε οικείες σχέσεις.
Για ένα παιδί, ο άνθρωπος από τον οποίο εξαρτάται για την ασφάλεια και την επιβίωση του, είναι ταυτόχρονα ο άνθρωπος από τον οποίο μπορεί να βιώνει φόβο, ανασφάλεια, απόρριψη ή απειλή. Δεν μπορεί απλώς να φύγει από τη σχέση. Δεν μπορεί να πει «αυτός ο άνθρωπος δεν μου κάνει καλό, με φοβίζει, θα βρω κάποιον άλλο». Η σχέση αυτή είναι απαραίτητη για τη ζωή του. Έτσι, μπορεί να δημιουργηθεί ένα βαθύ παράδοξο αίσθημα: «Χρειάζομαι τους άλλους για να νιώθω ασφαλής, αλλά η εγγύτητα τα μαζί τους μπορεί να μην είναι ασφαλής.» Αυτό το παράδοξο μπορεί να ακολουθήσει το άτομο και στις ενήλικες σχέσεις.
Ο φόβος εγκατάλειψης:
«Μη φύγεις»
Για ένα παιδί η σχέση με αυτούς που το φροντίζουν δεν είναι απλώς μια συναισθηματική σχέση. Είναι η βασική πηγή ασφάλειας και συναισθηματικής ρύθμισης. Όταν οι πρώτες σχέσεις έχουν χαρακτηριστεί από ασυνέπεια, απρόβλεπτη διαθεσιμότητα, αποχωρισμούς ή επαναλαμβανόμενη απόρριψη, το παιδί δεν μπορεί εύκολα να σχηματίσει την προσδοκία “ όταν τον χρειαστώ, θα είναι εκεί”. Αντίθετα, μπορεί να αναπτύξει την αίσθηση ότι η σχέση είναι εύθραυστη και αβέβαιη. Επομένως η απομάκρυνση του άλλου δεν σημαίνει ότι δεν είναι διαθέσιμος αυτή τη στιγμή, αλλά μπορεί να ενεργοποιεί κάτι πιο απειλητικό “μπορεί να τον χάσω και δεν ξέρω αν θα επιστρέψει ξανά”. Έτσι, σε μια ενήλικη σχέση αυτό μπορεί να εμφανίζεται ως έντονη ευαισθησία σε σημάδια απομάκρυνσης.
Ένα μήνυμα που δεν απαντήθηκε.
Μια αλλαγή στον τόνο της φωνής.
Ένα βράδυ που ο σύντροφος θέλει να μείνει μόνος.
Μια μικρή διαφωνία.
ια κάποιον που έχει μάθει ότι η σχέση μπορεί ξαφνικά να χαθεί, αυτά δεν είναι πάντοτε απλώς γεγονότα. Μπορεί να γίνονται σημάδια επικείμενης εγκατάλειψης.
«Κάτι άλλαξε.»
«Με βαρέθηκε.»
«Θα φύγει.»
«Έκανα κάτι λάθος.»
Και τότε μπορεί να εμφανιστεί έντονη ανάγκη για επιβεβαίωση, δυσκολία στην ανοχή της απόστασης, υπερεπαγρύπνηση απέναντι στη διάθεση του άλλου ή προσπάθεια να διατηρηθεί η σύνδεση με κάθε κόστος. Δεν πρόκειται απαραίτητα για «υπερβολική ανάγκη για αγάπη», αλλά για την ενεργοποίηση ενός πολύ αυτόματου τρόπου αντίδρασης μπροστά στην πιθανότητα απώλειας της σχέσης. Ένα παιδί δεν έχει ακόμα την αναπτυξιακή δυνατότητα να διαχειριστεί μόνο του αυτή την απειλή. Εξαρτάται από τον ενήλικα να το ηρεμίσει, να το καθησυχάσει, ώστε να νιώσει ασφάλεια να διαχειριστεί τα συναισθήματα του. Άρα η απώλεια της σχέσης μπορεί να είναι ένα πολύ έντονο αίσθημα.
Αυτό το σύστημα είναι αυτό που βλέπουμε συχνά να ενεργοποιείται και σε ενήλικες που βιώνουν ένα τέτοιο σχήμα εγκατάλειψης. Σαν να ενεργοποιείται ξανά εκείνη η παλιά παιδική εμπειρία, όπου η απώλεια της σχέσης σήμαινε την κατάρρευση του κόσμο τους. Σαν να μην υπάρχει ακόμα μέσα τους μια αρκετά σταθερή αίσθηση ασφάλειας που να μπορεί να κρατήσει αυτά τα συναισθήματα χωρίς ο να χρειάζεται ο άλλος να γίνει η μόνη πηγή καθησυχασμού.
Ο φόβος εγγύτητας:
«Μην έρθεις πολύ κοντά»
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Όχι ο φόβος ότι ο άλλος θα φύγει, αλλά ο φόβος ότι ο άλλος θα έρθει πολύ κοντά. Η μελέτη των Van Dijke και συνεργατών αντιμετωπίζει τον φόβο εγγύτητας ως έκφραση της σχεσιακής αποφυγής. Στην κλινική μελέτη τους, ο φόβος αυτός μαζί με τον φόβο εγκατάλειψης βρέθηκαν να μεσολαβούν, μαζί με άλλες διεργασίες, στη σχέση ανάμεσα στο παιδικό τραύμα και τα συμπτώματα σύνθετου μετατραυματικού στρες (Van Dijke, Hopman & Ford 2018).
Ο φόβος εγγύτητας μπορεί να μοιάζει πολύ διαφορετικός εξωτερικά. Το άτομο μπορεί να επιθυμεί μια σχέση, αλλά όταν αυτή αρχίζει να γίνεται πραγματικά κοντινή, να νιώθει την ανάγκη να απομακρυνθεί. Μπορεί να θέλει να αγαπηθεί, αλλά να δυσκολεύεται όταν κάποιος το γνωρίζει βαθύτερα. Μπορεί να αναζητά σύνδεση και ταυτόχρονα να νιώθει ότι η οικειότητα το πνίγει. Μπορεί να αισθάνεται άνετα όσο η σχέση παραμένει σε μια ασφαλή απόσταση και να δυσκολεύεται όταν εμφανίζονται η ευαλωτότητα, η εξάρτηση, η ανάγκη ή η βαθύτερη συναισθηματική έκθεση. Έτσι μπορεί να συμβεί κάτι που συχνά προκαλεί σύγχυση: να απομακρύνεται κάποιος ακριβώς τη στιγμή που αποκτά αυτό που υποτίθεται ότι επιθυμούσε. Όχι επειδή δεν θέλει τη σχέση. Αλλά επειδή η εγγύτητα μπορεί να έχει συνδεθεί, σε βαθύτερο επίπεδο, με κίνδυνο.
«Θέλω να είσαι εδώ, αλλά όχι τόσο κοντά»
Οι δύο φόβοι δεν είναι απαραίτητα αντίθετοι. Μπορούν να συνυπάρχουν.
«Φοβάμαι ότι θα με αφήσεις.»
και ταυτόχρονα:«Φοβάμαι τι θα συμβεί αν σε αφήσω να έρθεις πραγματικά κοντά μου.»
Αυτό δημιουργεί έναν ιδιαίτερα δύσκολο σχεσιακό κύκλο. Το άτομο μπορεί να αναζητήσει έντονα τον άλλον όταν νιώθει απόσταση. Όταν όμως ο άλλος ανταποκριθεί και πλησιάσει, μπορεί να αισθανθεί ευάλωτο, εκτεθειμένο ή εγκλωβισμένο και να απομακρυνθεί. Και όταν ο άλλος απομακρυνθεί ως αποτέλεσμα αυτής της απομάκρυνσης, ο αρχικός φόβος εγκατάλειψης επιβεβαιώνεται:«Το ήξερα. Θα φύγει.»
Έτσι, ο φόβος εγκατάλειψης μπορεί να ενισχύσει την ανάγκη για σύνδεση, ενώ ο φόβος εγγύτητας μπορεί να ενεργοποιήσει την ανάγκη για απόσταση. Και η σχέση γίνεται ένας χώρος όπου το άτομο ταλαντεύεται ανάμεσα στο:«Έλα πιο κοντά.»
και«Μην έρθεις τόσο κοντά.»
Το τραύμα μπορεί να αλλάξει αυτό που σημαίνει η εγγύτητα
Σε μια σχέση που έχει βιωθεί ως ασφαλής, η εγγύτητα μπορεί να συνδέεται με ασφάλεια, εμπιστοσύνη, αποδοχή και αμοιβαιότητα. Για έναν άνθρωπο που έχει μάθει ότι οι σημαντικές σχέσεις μπορούν να είναι πηγή κινδύνου, η ίδια εμπειρία μπορεί να σημαίνει: ευαλωτότητα, απώλεια ελέγχου, έκθεση, πιθανότητα απόρριψης ή πληγής. Η εγγύτητα επομένως δεν βιώνεται μόνο ως «πόσο κοντά είμαι με κάποιον». Γίνεται ένας τρόπος με τον οποίο το άτομο αξιολογεί, συχνά αυτόματα, αν μια σχέση είναι ασφαλής ή απειλητική. Αυτό βοηθά να καταλάβουμε γιατί η αποφυγή της σχέσης δεν είναι πάντοτε απλή έλλειψη ενδιαφέροντος. Μπορεί να αποτελεί προσπάθεια προστασίας.
Δεν είναι μόνο το «τι συνέβη»
Αυτό αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να κατανοήσουμε το παιδικό τραύμα. Το ερώτημα δεν είναι μόνο: «Τι σου συνέβη;» Είναι και: «Τι έμαθες για τις σχέσεις από αυτό που σου συνέβη;» Έμαθες ότι οι άνθρωποι φεύγουν; Ότι πρέπει να τους κρατάς κοντά για να μην τους χάσεις; Ότι αν δείξεις ανάγκη θα απογοητευτείς; Ότι αν αφεθείς σε κάποιον, μπορεί να πληγωθείς; Ότι η αγάπη συνοδεύεται από απρόβλεπτη συμπεριφορά; Ότι η ασφάλεια μπορεί να εξαφανιστεί ξαφνικά;
Αυτές οι μαθημένες προσδοκίες μπορούν να γίνουν μέρος των εσωτερικών μοντέλων με τα οποία το άτομο προσεγγίζει τις μελλοντικές σχέσεις. Γι' αυτό και το σύνθετο τραύμα δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν μπορεί να συνεχίζει να οργανώνει το παρόν και τις παρούσες σχέσεις.
Γιατί η θεραπεία του σύνθετου τραύματος είναι σχεσιακή δουλειά
Αν το τραύμα έχει επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο κάποιος σχετίζεται, τότε η θεραπεία δεν μπορεί να περιορίζεται στην επεξεργασία των ατομικών αναμνήσεων και εμπειριών. Χρειάζεται να γίνει χώρος όπου το άτομο μπορεί σταδιακά να βιώσει κάτι διαφορετικό. Μια σχέση στην οποία η εγγύτητα δεν οδηγεί σε εισβολή. Η διαφωνία δεν οδηγεί σε εγκατάλειψη. Η ανάγκη δεν προκαλεί ντροπή. Η ευαλωτότητα δεν τιμωρείται. Η απόσταση μπορεί να υπάρξει χωρίς να σημαίνει απώλεια. Και η σύνδεση μπορεί να υπάρξει χωρίς να σημαίνει απώλεια του εαυτού.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ψυχοθεραπεύτρια γίνεται μια «διορθωτική γονεϊκή φιγούρα» ούτε ότι η θεραπευτική σχέση από μόνη της θεραπεύει το τραύμα. Σημαίνει ότι η ίδια η θεραπευτική σχέση γίνεται ένα σημαντικό πεδίο παρατήρησης και επεξεργασίας των σχεσιακών προσδοκιών, των φόβων και των τρόπων προστασίας που έχουν αναπτυχθεί.
Οι Karatzias και συνεργάτες επισημαίνουν τη σημασία μιας ασφαλούς θεραπευτικής σχέσης στη θεραπεία του CPTSD, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν δυσκολίες εμπιστοσύνης, συναισθηματικής ρύθμισης και εγγύτητας.Μια θεραπευτική σχέση που βιώνεται ως ασφαλής μπορεί να αποτελέσει σημαντικό χώρο ώστε αυτά τα μοτίβα να αναγνωριστούν, να εκφραστούν και να επεξεργαστούν.
Στην ψυχοθεραπεία δεν προσπαθούμε απλώς να εξαλείψουμε μια «προβληματική συμπεριφορά». Προσπαθούμε να καταλάβουμε ποια ανάγκη, ποιος φόβος και ποιος παλιός τρόπος σχέσης βρίσκονται πίσω από αυτήν.
Η σχέση ως τόπος όπου μπορεί να γραφτεί κάτι διαφορετικό
Tο παιδικό τραύμα μπορεί να συνεχίσει να δρα μέσα από τον τρόπο με τον οποίο περιμένουμε να λειτουργήσουν οι σχέσεις. Και τότε η θεραπεία δεν είναι μόνο η επιστροφή στο παρελθόν. Είναι και η δυνατότητα να παρατηρήσουμε, στο παρόν, τι συμβαίνει όταν κάποιος πλησιάζει.
Τι συμβαίνει όταν απομακρύνεται.
Τι συμβαίνει όταν χρειαζόμαστε.
Τι συμβαίνει όταν μας χρειάζονται.
Τι συμβαίνει όταν εμπιστευόμαστε.
Και, σιγά σιγά, να ανακαλύψουμε ότι η οικειότητα δεν χρειάζεται να σημαίνει κίνδυνο και η απόσταση δεν χρειάζεται να σημαίνει εγκατάλειψη. Η θεραπεία του σχεσιακού τραύματος αφορά το να μάθουμε, μέσα από νέες εμπειρίες σχέσης, ότι αυτό που κάποτε ήταν επικίνδυνο δεν είναι απαραίτητα επικίνδυνο στις σχέσεις που έχουμε σήμερα.
Βιβλιογραφία
Van Dijke, A., Hopman, J. A. B., & Ford, J. D. (2018). Childhood trauma, attachment style, and dysfunctional emotion regulation: An additive and mediating model of PTSD and CPTSD symptoms. European Journal of Psychotraumatology, 9(1), 1486063. https://doi.org/10.1080/20008198.2018.1486063
Karatzias, T., Shevlin, M., Ford, J. D., Fyvie, C., Grandison, G., Hyland, P., & Cloitre, M. (2022). Childhood trauma, attachment orientation, and complex PTSD (CPTSD) symptoms in a clinical sample: Implications for treatment. Development and Psychopathology, 34(3), 1192–1197. https://doi.org/10.1017/S0954579420001509



