Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η θεραπεία ενός τραύματος ή μιας δύσκολης εμπειρίας έρχεται κυρίως με τον χρόνο. Ότι αν περάσουν αρκετοί μήνες ή χρόνια, ο πόνος θα μειωθεί και οι αναμνήσεις θα εξασθενίσουν.
Ο χρόνος πράγματι μπορεί να βοηθήσει. Σε αρκετές περιπτώσεις η ένταση των συναισθημάτων μειώνεται φυσικά με το πέρασμα του χρόνου. Ωστόσο, ο χρόνος από μόνος του δεν αρκεί για να αλλάξει τα μοτίβα που έχει μάθει το νευρικό μας σύστημα. Δεν αρκεί απαραίτητα για να μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο το σώμα και ο εγκέφαλος έχουν οργανώσει την αντίληψη του φόβου και του κινδύνου, της ασφάλειας και των σχέσεων.
Το νευρικό μας σύστημα είναι το σύστημα που μας βοηθά να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και να ανταποκρινόμαστε σε αυτόν. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε, μαθαίνει συνεχώς από τις εμπειρίες μας. Μαθαίνει τι είναι ασφαλές, τι είναι επικίνδυνο, πότε μπορούμε να χαλαρώσουμε και πότε χρειάζεται να είμαστε σε επιφυλακή. Αυτό ισχύει τόσο για καταστάσεις (πχ τα ταξίδια) όσο και για τις σχέσεις (πχ όταν είμαι σε ένα χώρο που υπάρχει ένας άνθρωπος που είναι ευέξαπτος).
Αυτή η ικανότητα μάθησης είναι απαραίτητη για την επιβίωσή μας. Αν ακουμπήσουμε κάτι καυτό, το σώμα μας μαθαίνει να είναι πιο προσεκτικό την επόμενη φορά. Με παρόμοιο τρόπο, όταν βιώνουμε έντονο φόβο, απόρριψη, εγκατάλειψη ή αστάθεια, το νευρικό σύστημα προσπαθεί να κρατήσει αυτές τις πληροφορίες ώστε να μας προστατεύσει από παρόμοιες εμπειρίες στο μέλλον.
Με άλλα λόγια, το νευρικό σύστημα δεν ξεχωρίζει πάντα εύκολα τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που συνέβη κάποτε και σε αυτό που συμβαίνει τώρα.
Σκοπός του εγκεφάλου δεν είναι πρωτίστως να μας κάνει ευτυχισμένους ή ήρεμους. Ο βασικός του ρόλος είναι να μας βοηθά να επιβιώνουμε. Όταν συμβαίνει κάτι που βιώνεται ως έντονα απειλητικό, οδυνηρό ή συντριπτικό, ο εγκέφαλος και το σώμα προσπαθούν να μάθουν από αυτή την εμπειρία όσο πιο γρήγορα γίνεται, ώστε να αναγνωρίσουν και να αποφύγουν παρόμοιους κινδύνους στο μέλλον.
Στην ουσία, το νευρικό σύστημα δεν καταγράφει μόνο το γεγονός. Καταγράφει και τις συνθήκες που το συνόδευαν: τι νιώθαμε, τι βλέπαμε, τι ακούγαμε, πώς αντέδρασε το σώμα μας, αν υπήρχε κάποιος διαθέσιμος να μας προστατεύσει ή να μας καθησυχάσει, αν υπήρχε αίσθηση ασφάλειας ή αβοηθησίας.
Αυτές οι πληροφορίες δεν αποθηκεύονται απλώς ως αναμνήσεις. Επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το σώμα και ο εγκέφαλος ανταποκρίνονται σε μελλοντικές καταστάσεις, βοηθώντας μας να προβλέπουμε τι είναι ασφαλές και τι επικίνδυνο, πού μπορούμε να στραφούμε και τι χρειάζεται να αποφύγουμε.
Για παράδειγμα, αν ένα παιδί μεγαλώνει με έναν απρόβλεπτο, επικριτικό ή συναισθηματικά μη διαθέσιμο γονέα, δεν μαθαίνει μόνο ότι ο γονέας του ήταν έτσι. Το νευρικό του σύστημα μπορεί να μάθει ότι η έκφραση αναγκών είναι επικίνδυνη, ότι τα λάθη οδηγούν σε ντροπή ή ότι η εγγύτητα μπορεί να συνοδεύεται από πόνο. Με την πάροδο του χρόνου αυτές οι εμπειρίες διαμορφώνουν βαθύτερες προσδοκίες για τον εαυτό, τους άλλους και τις σχέσεις.
Αυτή η μάθηση δεν είναι μόνο γνωστική. Δεν υπάρχει απαραίτητα μια συνειδητή σκέψη όπως «οι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι». Ιδιαίτερα στην παιδική ηλικία, όταν οι γνωστικές δυνατότητες είναι ακόμη υπό ανάπτυξη, η μάθηση συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό μέσα από το βίωμα και τις αισθήσεις. Έτσι δημιουργείται μια σωματική προσδοκία, μια αυτόματη ετοιμότητα απέναντι στους ανθρώπους, τις σχέσεις και τον κόσμο.
Γι’ αυτό πολλοί άνθρωποι περιγράφουν μια εμπειρία που μοιάζει παράδοξη:
«Ξέρω λογικά ότι δεν κινδυνεύω, αλλά το σώμα μου αντιδρά σαν να κινδυνεύω.»
Από νευροβιολογική σκοπιά, αυτό δεν είναι παράξενο. Οι περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανίχνευση απειλής και την επιβίωση μπορούν να ενεργοποιηθούν πολύ πιο γρήγορα από τα συστήματα που αξιολογούν συνειδητά μια κατάσταση. Έτσι, το σώμα μπορεί να αντιδρά πριν προλάβουμε να σκεφτούμε γιατί ενεργοποιούνται διαφορετικές περιοχές στον εγκέφαλο.
Δεν καταγράφονται όμως όλες οι δύσκολες εμπειρίες ως τραύμα
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι δεν αφήνουν όλες οι δύσκολες εμπειρίες τραυματικό αποτύπωμα.
Ένα γεγονός είναι πιο πιθανό να επηρεάσει βαθιά το νευρικό σύστημα όταν είναι υπερβολικά έντονο για να το επεξεργαστεί εκείνη τη στιγμή το άτομο, όταν συνοδεύεται από αίσθηση αβοηθησίας ή έλλειψης ελέγχου, όταν απουσιάζει η υποστήριξη ενός ασφαλούς άλλου ή όταν η εμπειρία επαναλαμβάνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ίσως ένας πιο ακριβής τρόπος να το πούμε είναι ότι το τραύμα δεν καθορίζεται μόνο από το γεγονός που συνέβη, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο το βίωσε και το επεξεργάστηκε το νευρικό σύστημα του ατόμου. Γι’ αυτό δύο άνθρωποι μπορεί να βιώσουν το ίδιο γεγονός και να επηρεαστούν πολύ διαφορετικά.
Το πρόβλημα προκύπτει όταν αυτή η μάθηση συνεχίζει να καθοδηγεί τις αντιδράσεις μας μετά από καιρό ακόμη κι όταν οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Τότε το σώμα εξακολουθεί να προετοιμάζεται για έναν κίνδυνο που ανήκει περισσότερο στο παρελθόν παρά στο παρόν.
Ο εγκέφαλος ως σύστημα πρόβλεψης
Τα τελευταία χρόνια, οι νευροεπιστήμες έχουν προτείνει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιδέα: ο εγκέφαλος δεν λειτουργεί απλώς ως παθητικός δέκτης πληροφοριών, αλλά ως ένα σύστημα που κάνει συνεχώς προβλέψεις.
Σύμφωνα με την προσέγγιση του predictive processing, ο εγκέφαλος προσπαθεί διαρκώς να προβλέψει τι πρόκειται να συμβεί, βασιζόμενος στις προηγούμενες εμπειρίες του.
Με άλλα λόγια, δεν αντιλαμβανόμαστε μόνο αυτό που συμβαίνει. Η αντίληψή μας επηρεάζεται διαρκώς από αυτό που περιμένουμε να συμβεί.
Ένα παιδί που έχει μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον έντασης μπορεί να έχει μάθει να σαρώνει διαρκώς το περιβάλλον για ενδείξεις κινδύνου. Να παρατηρεί ανεπαίσθητες αλλαγές στη φωνή, στο βλέμμα ή στη διάθεση των σημαντικών προσώπων γύρω του. Αυτή η ικανότητα μπορεί κάποτε να ήταν απαραίτητη για την προσαρμογή του.
Το πρόβλημα είναι ότι το νευρικό σύστημα μπορεί να συνεχίσει να χρησιμοποιεί την ίδια στρατηγική ακόμη και όταν ο κίνδυνος δεν είναι πλέον παρών. Έτσι, ακόμη και σε ασφαλείς συνθήκες, μπορεί να ενεργοποιείται ένα εσωτερικό σύστημα συναγερμού σαν να επίκειται κάποια απειλή.
Αυτός ο μηχανισμός συνδέεται συχνά με το άγχος, την υπερεπαγρύπνηση, ορισμένες μορφές αποφυγής και, σε κάποιες περιπτώσεις, με συμπτώματα πανικού.
Η αλλαγή χρειάζεται νέα δεδομένα
Αν ο εγκέφαλος λειτουργεί μέσω προβλέψεων, τότε η θεραπεία δεν αφορά μόνο την κατανόηση του παρελθόντος. Αφορά επίσης τη δημιουργία νέων εμπειριών που επιτρέπουν στο νευρικό σύστημα να αναθεωρήσει αυτές τις προβλέψεις.
Η νευροπλαστικότητα, δηλαδή η ικανότητα του εγκεφάλου να αλλάζει μέσα από την εμπειρία, δείχνει ότι οι νευρωνικές συνδέσεις δεν είναι στατικές. Μπορούν να τροποποιηθούν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής.
Όμως η αλλαγή δεν συμβαίνει μόνο επειδή κατανοούμε κάτι λογικά. Χρειάζεται να βιώσουμε επανειλημμένα εμπειρίες που διαφέρουν από εκείνες που διαμόρφωσαν τα παλιά μας μοτίβα.
Χρειάζεται το σώμα να ανακαλύψει ότι υπάρχουν και άλλες πιθανότητες πέρα από αυτές που κάποτε έμαθε.
Η σημασία των διορθωτικών εμπειριών
Σύμφωνα με σύγχρονες θεωρίες μάθησης, ο εγκέφαλος αλλάζει ιδιαίτερα όταν συμβαίνει κάτι που έρχεται σε αντίθεση με αυτό που περίμενε.
Οι ερευνητές ονομάζουν αυτό το φαινόμενο «σφάλμα πρόβλεψης» (prediction error).
Ένας άνθρωπος που περιμένει απόρριψη αλλά συναντά αποδοχή, που περιμένει κριτική αλλά λαμβάνει κατανόηση ή που περιμένει εγκατάλειψη αλλά συναντά σταθερότητα, εκτίθεται σε πληροφορίες που δεν ταιριάζουν με το παλιό του μοντέλο για τον κόσμο. Αυτό το παρατηρούμε συχνά στις συνεδρίες, όταν οι άνθρωποι μιλούν για εμπειρίες που σε άλλες σχέσεις τους συνοδεύονται από ντροπή, φόβο ή κριτική και στην ψυχοθεραπεία τους λαμβάνουν αποδοχή και κατανόηση.
Αυτές οι εμπειρίες έχουν τη δυνατότητα να λειτουργήσουν διορθωτικά.
Όμως οι διορθωτικές εμπειρίες δεν διαγράφουν απαραίτητα τις παλιές μνήμες. Δημιουργούν νέα δίκτυα μάθησης, τα οποία σταδιακά αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή από τα παλιά μοτίβα φόβου, άγχους ή αποφυγής.
Με άλλα λόγια, δεν ξεχνάμε το παρελθόν. Αποκτούμε όμως περισσότερες επιλογές από εκείνες που κάποτε διαθέταμε.
Γιατί οι σχέσεις είναι τόσο σημαντικές
Ένα από τα πιο σταθερά ευρήματα είναι ότι η ρύθμιση του νευρικού συστήματος συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό μέσα στις σχέσεις.
Οι πρώιμες σχέσεις διαμορφώνουν τα εσωτερικά μας μοντέλα για το αν η σύνδεση είναι ασφαλής ή επικίνδυνη. Και αντίστοιχα, οι μεταγενέστερες σχέσεις μπορούν να συμβάλουν στη σταδιακή αναθεώρηση αυτών των μοντέλων.
Όταν ένας άνθρωπος βιώνει επανειλημμένα σταθερότητα, σεβασμό, συναισθηματική διαθεσιμότητα και αποδοχή, το νευρικό σύστημα αρχίζει να επαναμαθαίνει τι σημαίνει ασφάλεια.
Αυτό δεν συμβαίνει θεωρητικά. Συμβαίνει βιωματικά.
Γι’ αυτό και η θεραπευτική σχέση θεωρείται από πολλές σύγχρονες προσεγγίσεις βασικός παράγοντας αλλαγής. Όταν οι θεραπευόμενοι συναντούν επανειλημμένα κατανόηση αντί για κριτική, σταθερότητα και ηρεμία αντί για απρόβλεπτες αντιδράσεις και αποδοχή αντί για απόρριψη, δεν αλλάζει μόνο η αφήγηση που έχουν για τον εαυτό τους. Αρχίζει σταδιακά να αλλάζει και αυτό που το νευρικό τους σύστημα περιμένει από τις σχέσεις αλλά και η σχέση τους με αυτά που αφηγούνται.
Και τι γίνεται με το αυτοσαμποτάζ;
Υπό αυτό το πρίσμα, το αυτοσαμποτάζ δεν είναι απλώς έλλειψη θέλησης ή αυτοκαταστροφική τάση.
Συχνά αποτελεί έκφραση ενός νευρικού συστήματος που προσπαθεί να προστατεύσει τον άνθρωπο από έναν πόνο που κάποτε ήταν πραγματικός.
Αν η πρόβλεψη είναι «θα πληγωθώ», τότε μπορεί να εμφανιστεί η τάση να αποσυρθούμε από σχέσεις, να αποφύγουμε την έκθεση, να περιορίσουμε την οικειότητα ή να απομακρυνθούμε από ευκαιρίες που κατά βάθος επιθυμούμε.
Όχι επειδή θέλουμε να καταστρέψουμε κάτι καλό, αλλά επειδή το σύστημα προσπαθεί να αποτρέψει έναν κίνδυνο που θεωρεί πιθανό.
Τι σημαίνει τελικά θεραπεία;
Η θεραπεία δεν είναι η απουσία πόνου.
Δεν είναι η διαγραφή του παρελθόντος.
Είναι η σταδιακή δημιουργία νέων εμπειριών που επιτρέπουν στο νευρικό σύστημα να αναθεωρήσει όσα κάποτε χρειάστηκε να μάθει για να επιβιώσει.
Είναι η διαδικασία μέσα από την οποία το σώμα αρχίζει να ανακαλύπτει ότι αυτό που κάποτε ήταν επικίνδυνο δεν είναι πάντα επικίνδυνο πια.
Και αυτή η μάθηση δεν έρχεται από μία μόνο εμπειρία. Έρχεται μέσα από την επανάληψη.
Ίσως λοιπόν η θεραπεία να μην συμβαίνει απλώς επειδή περνάει ο χρόνος.
Ίσως να συμβαίνει όταν το νευρικό μας σύστημα συναντά αρκετές εμπειρίες που του δείχνουν ότι η πραγματικότητα δεν είναι πια αυτή που κάποτε χρειάστηκε να επιβιώσει. Ο χρόνος μπορεί να δημιουργήσει απόσταση από το γεγονός. Οι νέες εμπειρίες είναι εκείνες που δημιουργούν αλλαγή.



