Συχνά, η ντροπή κρύβεται πίσω από φαινομενικά ασύνδετες συμπεριφορές. Ο ψυχίατρος Donald Nathanson παρατήρησε ότι, όταν το συναίσθημα γίνεται αφόρητο, οι άνθρωποι αντιδρούν με τέσσερις βασικούς τρόπους· τους ονόμασε «πυξίδα της ντροπής» (Nathanson, 1992):
Μέσα από την αυτοκριτική, από το να γινόμαστε εμείς οι πρώτοι που θα μας κατηγορήσουν και θα μας υποτιμήσουν, πριν το κάνει κάποιος άλλος. Αυτή η μορφή επίθεσης στον εαυτό μας, πέρα από το κομμάτι των αρνητικών σκέψεων για τον εαυτό, μπορεί να συνοδεύεται από συμπεριφορές όπως αυτοτραυματισμοί και άλλες κακοποιητικές σε εμάς συμπεριφορές. Πολύ συχνά συνοδεύουν οι σκέψεις “κανείς δεν θα με ήθελε, ή γιατί να μου φερθούν καλά; ”
ο δεύτερος τύπος αφορά την απόσυρση. Μπορεί να έχουμε την παρόρμηση να εξαφανιστούμε από την παρέα, από τη σχέση, από την ίδια τη ζωή μας όταν κινητοποιούνται αισθήματα ντροπής. Η απομόνωση μοιάζει με προστασία, αλλά είναι το έδαφος όπου η ντροπή ριζώνει βαθύτερα. Είναι συχνό, άνθρωποι μετά από επαφές με γονείς ή άλλα πρόσωπα που τους έχουν πυροδοτήσει συναισθήματα ντροπής, να κρύβονται στο χώρο ασφάλειας τους μέχρι να αντέξουν να βγουν ξανά στον κόσμο.
ο τρίτος τύπος αφορά Ο,τιδήποτε μπορεί να μας απομακρύνει από το να νιώσουμε τα συναισθήματα μας κάνοντας το σε υπερβολικό βαθμό: δουλειά, οθόνες, αλκοόλ, φαγητό, βιντεοπαιχνίδια, τζόγος ή χρήση των μέσων δικτύωσης, που μπορούν να λειτουργούν ως τρόποι αποφυγής ήαπομάκρυνσης σπό τα δύσκολα συναισθήματα μας.
Και τέλος η προσπάθεια να ανακουφίσουμε την ντροπή μας μέσα από την λεκτική επίθεση στον απέναντι. Όταν η ντροπή είναι ανυπόφορη, η επίθεση στον άλλον μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος να απομακρυνθούμε από το δικό μας ευάλωτο βίωμα. Μερικές φορές η τάση να προβάλουμε τα συναισθήματα μας στους άλλους υποτιμώντας, ή προσβάλλοντας τους, ώστε να νιώσουμε ανώτεροι, είναι μια κάλυψη για να αποφύγουμε να έρθουμε σε επαφή με δικά μας δύσκολα συναισθήματα.
Για παράδειγμα, κάποιες φορές αυτό που μπορεί να φαίνεται ως θυμός είναι η έκφραση μιας βαθύτερης ντροπής. Κάποιος δέχεται μια παρατήρηση από τον σύντροφό του και αντί να αντιληφθεί ότι «νιώθω εκτεθειμένος τώρα που είδες μια πλευρά μου που θεωρώ ανεπαρκή», απαντά επιθετικά: «Ποια νομίζεις ότι είσαι εσύ που θα μου κάνεις κριτική;». Η επίθεση στον άλλον μπορεί να προστατεύει προσωρινά από την πολύ πιο ευάλωτη εμπειρία του «δεν είμαι αρκετός, είδαν την ευαλωτότητα μου».
Όταν η ντροπή μοιάζει με κατάθλιψη;
Η ντροπή περιορίζει τη ζωντάνια και τον αυθορμητισμό μας, μειώνει το ενδιαφέρον, τη χαρά, τη διάθεση να εξερευνήσουμε τον κόσμο και αυτό που μένει μπορεί να μοιάζει πολύ με κατάθλιψη: με κούραση, απόσυρση,ή το αίσθημα ότι τίποτα δεν έχει νόημα.Μια μεγάλη μετα-ανάλυση 108 μελετών με πάνω από 22.000 συμμετέχοντες βρήκε ότι η ντροπή σχετίζεται σημαντικά πιο ισχυρά με τα καταθλιπτικά συμπτώματα απ' ό,τι η ενοχή (Kim, Thibodeau & Jorgensen, 2011).
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε κατάθλιψη είναι στην πραγματικότητα ντροπή, ούτε ότι μπορεί κανείς να αυτοδιαγνωστεί από ένα άρθρο. Σημαίνει όμως κάτι χρήσιμο: όταν η θλίψη δεν υποχωρεί, αξίζει να ρωτήσουμε αν από κάτω της υπάρχει κάτι που δεν έχει ειπωθεί ποτέ σε κανέναν και αφορά αισθήματα και σκέψεις για τον εαυτό μας. Συχνά, κάτω από την κατάθλιψη υπάρχουν έντονα συναισθήματα ντροπής.
Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος μπορεί να λέει «δεν θέλω να βγω από το σπίτι», αλλά αν πάμε ένα βήμα πιο βαθιά, μπορεί να εμφανιστεί κάτι ποιοτικά διαφορετικό: «Δεν θέλω να με δουν έτσι». Δεν είναι μόνο η έλλειψη ενέργειας που μας κρατά κρυμμένους. Είναι και η πεποίθηση ότι, αν οι άλλοι μας δουν πώς πραγματικά είμαστε, θα απογοητευτούν, θα μας απορρίψουν ή θα καταλάβουν ότι δεν είμαστε αρκετοί.
Η σπασμένη γέφυρα: η ντροπή ως διακοπή της επαφής
Ο ψυχολόγος Gershen Kaufman περιέγραψε τη ντροπή ως το σπάσιμο της «διαπροσωπικής γέφυρας»: εκείνης της σύνδεσης με έναν σημαντικό άνθρωπο που μας κάνει να μεγαλώνουμε νιώθοντας ότι μας βλέπουν, μας θέλουν και μας αποδέχονται (Kaufman, 1974). Δεν χρειάζεται κάτι δραματικό για να ραγίσει αυτή η γέφυρα. Όταν το βλέμμα του γονιού συστηματικά ξεφεύγει τη στιγμή που το παιδί τον χρειάζεται για να το αναγνωρίσει· αρκεί ένα «μη κάνεις σαν μωρό» εκεί που περίμενε ενθουσιασμό. Το παιδί δεν συμπεραίνει «ο γονιός μου είναι κουρασμένος ή δεν έχει διάθεση τώρα». Συμπεραίνει «κάτι δεν πάει καλά με εμένα».
Στην ψυχοθεραπεία Gestalt λέμε ότι η ντροπή διακόπτει τον κύκλο της επαφής μας με τους άλλους στο πιο ευάλωτο σημείο της συνάντησης με τον άλλον: ακριβώς τη στιγμή που απλώνουμε το βλέμμα ή το χέρι και κοιτάζουμε προς τον άλλον. Η ορμή για επαφή γυρίζει πίσω και στρέφεται σε μας. Αντί να πούμε «σε χρειάζομαι», λέμε στον εαυτό μας «μην είσαι τόσο απαιτητική, μην έχεις τόσες ανάγκες». Μπορεί, για παράδειγμα, να θέλουμε να ζητήσουμε από τον σύντροφό μας περισσότερη τρυφερότητα.
Πριν καν το εκφράσουμε, όμως, ακούμε μέσα μας: «Μην είσαι needy», «μην τον πιέζεις», «μην φανείς υπερβολική». Η ανάγκη εκεί δεν εξαφανίζεται, απλώς σταματά πριν φτάσει στον άλλον. Και έτσι η σχέση στερείται ακριβώς εκείνης της πληροφορίας που θα μπορούσε να δημιουργήσει περισσότερη κοντινότητα. Συνεπώς, η ντροπή δεν είναι απλώς ένα δυσάρεστο συναίσθημα· είναι ένας τρόπος να χάνουμε τη σύνδεση με τον απέναντι και μαζί με αυτό και ένα κομμάτι του εαυτού μας (Yontef, 1996).
Ο Winnicott περιέγραψε τον «ψεύτικο εαυτό» ως μια προσαρμοσμένη μορφή του εαυτού που μπορεί να αναπτύσσεται όταν το άτομο μαθαίνει να ανταποκρίνεται περισσότερο στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος παρά στις δικές του αυθόρμητες ανάγκες. Είναι οι περσόνες που φτιαχνουμε για να νιώθουμε πιο αποδεκτοί: ο άνθρωπος που λειτουργεί άψογα, που δεν ενοχλεί, δεν εκτίθεται, που φροντίζει τους πάντες αλλά νιώθει ενοχή όταν χρειάζεται φροντίδα, που δεν ζητά ποτέ τίποτα, που είναι πάντα διαθέσιμος, που κάνει χιούμορ όταν πληγώνεται, που λέει «δεν με πειράζει» ενώ θα το σκέφτεται για μέρες.
Τότε μπορεί να γεννηθεί ένα επώδυνο ερώτημα: αν οι άλλοι αγαπούν αυτή την φτιαγμένη εκδοχή μου, μπορούν άραγε να αγαπήσουν αυτό που πραγματικά είμαι; Και εκεί ακριβώς είναι που η θεραπεία δεν μπορεί να αφορά μόνο μια συζήτηση για τη ντροπή. Η ντροπή δημιουργήθηκε μέσα σε μια σχέση και χρειάζεται μια ασφαλή σχέση για να μπορέσει να φανερωθεί και να μαλακώσει: κάποιον που ακούει αυτό που θεωρούμε το χειρότερο κομμάτι μας και είναι εκεί με ενδιαφέρον.
Συχνά στην ψυχοθεραπεία ακούμε τη φράση “αυτό δεν το έχω πει σε κανέναν, δεν νιώθω άνετα να το μοιραστώ με άλλους, δεν θα με καταλάβουν”.. Στη Gestalt λέμε ότι η αλλαγή δεν συμβαίνει όταν προσπαθούμε να γίνουμε κάποιος άλλος (Beisser,1970), αυτός που μας έμαθαν ότι πρέπει να είμαστε, αυτός που θα θέλαμε ή αυτός που βλέπουν οι άλλοι.. αλλά όταν επιτέλους στεκόμαστε εκεί που πραγματικά είμαστε και μας συναντούν εκεί.
Η ντροπή δεν αντιμετωπίζεται με λογικά επιχειρήματα, ωστόσο κάποιες πρακτικές που μπορούν να τη διευκολύνουν είναι:
- Να την ονομάσουμε. «Νιώθω ντροπή» μόνο η φράση αυτή δημιουργεί μια μικρή απόσταση από το συναίσθημα. Όταν ονομάζουμε κάτι μπορούμε και να το δούμε πιο καθαρά και να δημιουργήσουμε χώρο να υπάρξει και κάτι άλλο.
- Πείτε το σε έναν άλλον άνθρωπο. Η ντροπή τρέφεται από τη μυστικότητα. Το αντίδοτο στη ντροπή δεν είναι μόνο η αποκάλυψη, αλλά η εμπειρία που μπορεί να ακολουθήσει: «Είπα κάτι για μένα που φοβόμουν ότι θα με κάνει λιγότερο αγαπητό και ο άλλος δεν απομακρύνθηκε». Αυτές οι μικρές εμπειρίες μπορούν σταδιακά να δημιουργήσουν μια διαφορετική σχέση με τον εαυτό και τους άλλους.
- Ξεχωρίστε την πράξη από την ταυτότητα. «Έκανα κάτι που με απογοήτευσε» δεν είναι το ίδιο με «είμαι κακός άνθρωπος». Η πρώτη πρόταση αφήνει περιθώριο για ευθύνη και επανόρθωση· η δεύτερη μόνο για τιμωρία.
- Επιστροφή στο σώμα. Η ντροπή έχει συνήθως και έντονη σωματική διάσταση· κατεβάζουμε το βλέμμα, νιώθουμε βάρος στο στήθος, νιώθουμε ότι δεν βγαίνει η φωνή μας. Μπορούμε να έχουμε επίγνωση της αναπνοής μας, να γειωνόμαστε, να δίνουμε μηνύματα ασφάλειας στο σώμα μας μέσα από μικρές κινήσεις που θυμίζουν στο σώμα ότι αυτή τη στιγμή δεν απειλείται.
Στην ψυχοθεραπεία δεν «πολεμάμε» τη ντροπή· ρωτάμε τι προσπαθεί να προστατέψει και πώς έμαθε να το κάνει. Πολύ συχνά ανακαλύπτουμε ότι κάποτε ήταν ο μόνος τρόπος που βρήκε ένα παιδί για να κρατήσει τη σχέση με τους ανθρώπους από τους οποίους εξαρτιόταν.
Η ντροπή συχνά δεν αφορά μόνο κάτι που συνέβη. Αφορά και κάτι που φοβόμαστε ότι, αν μάθουν οι άλλοι, θα αλλάξει ο τρόπος που μας βλέπουν. Γι’ αυτό μπορεί να υπάρχει μια ολόκληρη «μυστική ζωή» γύρω από τη ντροπή: πράγματα που δεν λέμε, ανάγκες που κρύβουμε, πλευρές μας που λογοκρίνουμε και συμπεριφορές που προσπαθούμε να εξηγήσουμε χωρίς ποτέ να αγγίζουμε αυτό που πραγματικά φοβόμαστε ότι σημαίνουν για εμάς.
Πότε να ζητήσουμε βοήθεια
Δεν χρειάζεται να έχουμε ένα «αρκετά σοβαρό» μυστικό για να δικαιούμαστε υποστήριξη. Αν η αυτοκριτική έχει γίνει ο σταθερός εσωτερικός μας συνομιλητής· αν αποφεύγουμε συστηματικά καταστάσεις όπου μπορεί να νιώσουμε ότι εκτιθόμαστε· αν υπάρχει κάτι που δεν το έχουμε πει ποτέ σε κανέναν και το κουβαλάμε χρόνια, αυτό είναι από μόνο του αρκετό. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι η ντροπή να γίνει αβάσταχτη για να τη μοιραστούμε. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από εκεί που δεν τολμάμε να πούμε σε κανέναν: «Αυτό είναι κάτι που ντρέπομαι να σου δείξω».
Βιβλιογραφία
Beisser, A. (1970). The paradoxical theory of change. In J. Fagan & I. L. Shepherd (Eds.), Gestalt therapy now: Theory, techniques, applications (pp. 77–80). Harper & Row.
Kaufman, G. (1974). The meaning of shame: Toward a self-affirming identity. Journal of Counseling Psychology, 21(6), 568–574. https://doi.org/10.1037/h0037251 ERIC
Kim, S., Thibodeau, R., & Jorgensen, R. S. (2011). Shame, guilt, and depressive symptoms: A meta-analytic review. Psychological Bulletin, 137(1), 68–96. https://doi.org/10.1037/a0021466 PubMed
Nathanson, D. L. (1992). Shame and pride: Affect, sex, and the birth of the self. W. W. Norton. Camden County College Library Catalog
Winnicott, D. W. (1960). Ego distortion in terms of true and false self. In The maturational processes and the facilitating environment: Studies in the theory of emotional development (pp. 140–152). The Hogarth Press.
Yontef, G. M. (1996). Shame and guilt in Gestalt therapy theory and practice. In R. G. Lee & G. Wheeler (Eds.), The voice of shame: Silence and connection in psychotherapy (pp. 351–380). Jossey-Bass.



