εσωτερικό παιδί• 12 λεπτά ανάγνωσης• 19/8/2026 (46 ημέρες πριν)

Το εσωτερικό παιδί και ο ενήλικος εαυτός: Πώς η παιδική ηλικία επηρεάζει τις ανάγκες και τις σχέσεις μας

Μαρία Νικοπούλου
Ψυχολόγος Α.Π.Θ., MSc – Gestalt Ψυχοθεραπεύτρια

Το εσωτερικό παιδί και ο ενήλικος εαυτός: Πώς η παιδική ηλικία επηρεάζει τις ανάγκες και τις σχέσεις μας

Όταν ακούμε τη φράση «εσωτερικό παιδί», συχνά φανταζόμαστε το παιδί μέσα μας που έχει πληγωθεί και περιμένει ακόμη να το φροντίσουμε. Είναι μια εικόνα που μπορεί να φανεί χρήσιμη, αλλά ίσως είναι κάπως περιορισμένη. Γιατί μέσα μας δεν υπάρχει μόνο το παιδί που πληγώθηκε. Υπάρχει το παιδί που ήθελε να το αφήσουν να δοκιμάσει και να εξερευνήσει. Το παιδί που ήθελε να το θαυμάσουν για κάτι που κατάφερε. Το παιδί που ήθελε να ανήκει. Το παιδί που χρειαζόταν να το αγαπήσουν απλώς για αυτό που είναι.


Το “εσωτερικό παιδί” λοιπόν, δεν είναι μια κυριολεκτική ψυχική οντότητα που παραμένει μέσα μας και εμφανίζεται όταν αδικείται ή το πληγώνουν. Είναι ένας τρόπος να μιλήσουμε για τη συνέχεια της αναπτυξιακής μας ιστορίας: για τις ανάγκες, τις δυνατότητες, τα άγχη, τις ελλείψεις, τις φαντασιώσεις και τους προσαρμοστικούς τρόπους με τους οποίους μάθαμε να υπάρχουμε σε κάθε ηλικία που υπήρξαμε.


Κάθε ηλικία φέρνει τα δικά της ψυχικά ζητήματα

Η ανάπτυξη δεν είναι απλώς το μεγάλωμα του σώματος ή η απόκτηση καινούργιων δεξιοτήτων. Είναι και η σταδιακή δημιουργία ενός εαυτού που μπορεί να σχετίζεται, να διαφοροποιείται, να επιθυμεί, να επιλέγει, να αντέχει την απογοήτευση και να κατανοεί όλο και πιο σύνθετα τον εαυτό, τους άλλους και τον κόσμο.


Οι περισσότερες θεωρητικές προσεγγίσεις για την ανάπτυξη, προσφέρουν διαφορετικούς τρόπους να σκεφτούμε για αυτήν την παραπάνω διαδικασία και ο τρόπος με τον οποίο το περιβάλλον ανταποκρίνεται σε αυτή την προσπάθεια έχει σημασία.

«Μπορώ να διαφέρω και να με αγαπούν ή αποδέχονται;»


Στα πρώτα χρόνια της ζωής, ένα από τα σημαντικά αναπτυξιακά ζητήματα είναι η σταδιακή διαφοροποίηση του παιδιού από τα πρόσωπα που το φροντίζουν. Το παιδί σταδιακά ανακαλύπτει ότι είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο, με δικές του επιθυμίες, ανάγκες και προθέσεις. Η Margaret Mahler περιέγραψε αυτή τη διαδικασία μέσα από την έννοια του αποχωρισμού-εξατομίκευσης (separation-individuation), δίνοντας έμφαση στη σταδιακή διαφοροποίηση του παιδιού από το πρόσωπο φροντίδας.


«Θέλω κάτι άλλο.»

«Όχι, θέλω μόνος μου.»

«Θέλω να φύγω.»

«Δεν θέλω να το κάνω.»

«Μπορώ να κάνω κάτι διαφορετικό από αυτό που θέλεις εσύ;»


Το παιδί χρειάζεται να ανακαλύψει ότι μπορεί να είναι ξεχωριστό πλάσμα χωρίς να παύει να ανήκει και να το αγαπούν. Αυτό δεν είναι απλώς ένα αναπτυξιακό στάδιο. Είναι ένα ερώτημα που, με διαφορετικές μορφές, μπορεί να μας συνοδεύει σε όλη τη ζωή: Μπορώ να είμαι ο εαυτός μου μέσα στη σχέση, χωρίς να φοβάμαι ότι θα με απορρίψεις ή θα με πληγώσεις;

Μπορώ να διαφωνήσω με τον σύντροφό μου χωρίς να φοβάμαι ότι θα με εγκαταλείψει; Μπορώ να πω «όχι» χωρίς να αισθανθώ ότι γίνομαι κακός; Μπορώ να έχω διαφορετικές ανάγκες από τους ανθρώπους που αγαπώ;


Αν ένα παιδί μεγαλώνει με την εμπειρία ότι η διαφοροποίησή του προκαλεί υπερβολική ενοχή, απόρριψη ή απομάκρυνση, μπορεί να γίνει δύσκολο να βιώσει την αυτονομία του ως κάτι συμβατό με την αγάπη και την αποδοχή στις σχέσεις. Και τότε, χρόνια αργότερα, μπορεί να συναντήσουμε έναν ενήλικα που δεν δυσκολεύεται απλώς να πει «όχι». Μπορεί να δυσκολεύεται να επιθυμήσει και να εκφράσει κάτι διαφορετικό από αυτό που επιθυμούν οι άλλοι.


Η ανάγκη για αυτονομία δεν ανήκει μόνο στην παιδική ηλικία

Η Self-Determination Theory των Edward Deci και Richard Ryan δεν αντιμετωπίζει την αυτονομία ως κάτι που αφορά μόνο την παιδική ηλικία και στη συνέχεια επιλύεται. Η αυτονομία, μαζί με την υποκειμενική αίσθηση ότι μπορούμε να ανταποκρινόμαστε αποτελεσματικά στις προκλήσεις του περιβάλλοντος και τη ανάγκη να συνδεόμαστε και να νιώθουμε ότι έχουμε σημασία για τους άλλους , θεωρούνται βασικές ψυχολογικές ανάγκες που παραμένουν σημαντικές σε όλη τη διάρκεια της ζωής.


Ως ενήλικες εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε να αισθανόμαστε ότι: «Έχω επιλογή.»

«Μπορώ να επηρεάζω τη ζωή μου.»

«Μπορώ να διαχειριστώ μια δύσκολη κατάσταση.»

«Είμαι ικανός να αντιμετωπίζω τον κόσμο.»

«Μπορώ να μάθω κάτι που δεν ξέρω.»

«Μπορώ να αντιμετωπίσω ένα πρόβλημα χωρίς να καταρρεύσω.»

«Ανήκω κάπου και έχω ανθρώπους με τους οποίους συνδέομαι.»


Αυτό μας βοηθά να δούμε το εσωτερικό παιδί με έναν διαφορετικό τρόπο.

Οι ανάγκες αυτές είναι ανθρώπινες ανάγκες όχι μόνο παιδικές. Αυτό που αλλάζει με την ανάπτυξη είναι ο τρόπος με τον οποίο τις αναγνωρίζουμε, τις εκφράζουμε και τις ικανοποιούμε. Από το «χρειάζομαι» στο «μπορώ να φροντίσω αυτό που χρειάζομαι». Υπάρχει, όμως, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο να έχω μια ανάγκη και στο να περιμένω από κάποιον άλλον να είναι υπεύθυνος για την ικανοποίησή της.


Ως παιδιά, αυτό ήταν πράγματι το αναμενόμενο. Δεν μπορούσαμε να φροντίσουμε μόνοι μας τις περισσότερες από τις ανάγκες μας. Χρειαζόμασταν τους ενήλικες του περιβάλλοντός μας για να μας προστατεύσουν, να μας καθησυχάσουν, να μας βοηθήσουν να ρυθμίσουμε τα συναισθήματά μας, να μας δώσουν χώρο, να μας προσφέρουν φροντίδα και να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τον κόσμο. Το παιδί μπορεί να χρειάζεται να πει:

«Φοβάμαι. Έλα να με βοηθήσεις.» «Θέλω να μου πεις ότι όλα θα πάνε καλά.»

Και αυτή η θέση είναι αναπτυξιακά φυσιολογική. Το παιδί δεν έχει ακόμη τις ψυχικές και πρακτικές δυνατότητες ενός ενήλικα.

Η ενηλικίωση, όμως, σημαίνει ότι σταδιακά αποκτούμε μεγαλύτερη ικανότητα να αναγνωρίζουμε τις ανάγκες μας, να τις εκφράζουμε, να αναζητούμε βοήθεια και, όπου είναι δυνατό, να αναλαμβάνουμε και εμείς μέρος της φροντίδας τους. Έτσι, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο: «Χρειάζομαι να με καθησυχάσεις.» και στο: «Αγχώνομαι πολύ αυτή τη στιγμή και θα με βοηθούσε να με ακούσεις. Παράλληλα, μπορώ να προσπαθήσω κι εγώ να καταλάβω τι μου συμβαίνει και τι χρειάζομαι.»
Ανάμεσα στο: «Πρέπει να καταλάβεις τι έχω χωρίς να σου το πω.» και στο: «Χρειάζομαι περισσότερη εγγύτητα από εσένα και θέλω να σου το ζητήσω.» Ανάμεσα στο: «Πρέπει να με κάνεις να νιώσω ασφαλής.» και στο: «Η παρουσία σου με βοηθά να νιώθω ασφάλεια, αλλά μπορώ σταδιακά να μάθω και τρόπους να διαχειρίζομαι το άγχος μου.» Ίσως αυτό να είναι ένα από τις ωριμότερες συναισθηματικές μεταβάσεις από την παιδική στην ενήλικη θέση: όχι από την ανάγκη στην αυτάρκεια, αλλά από την μονομερή εξάρτηση στην αμοιβαία φροντίδα και την ανάληψη ευθύνης του εαυτού. Δεν χρειάζεται να πάψουμε να χρειαζόμαστε τους άλλους. Χρειάζεται να μπορούμε να αναγνωρίζουμε ότι οι άλλοι μπορούν να μας βοηθήσουν να φροντίσουμε μια ανάγκη χωρίς να είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι γι' αυτήν.


Πόσες φορές μπορεί να παρατηρήσουμε κάποιον να κλείνεται ή να φέρεται “παιδιάστικα” αντί να εκφράζει τη διαφοροποίηση ή διαφωνία του με ώριμο και “ενήλικο” τρόπο; ή μπροστά σε ένα καινούργιο πρόβλημα να τα χάνει και να φέρεται σαν να μην μπορεί να το διαχειριστεί; ή να θέλει να τα παρατάει κατευθείαν μόλις δυσκολευτεί στην προσπάθεια να μάθει ή να κάνει κάτι καινούργιο;


Όταν ένα παιδί νιώθει ότι έχει χώρο να προσπαθεί, να αποτυγχάνει, να ξαναδοκιμάζει και να αναγνωρίζεται η προσπάθειά του, σταδιακά μπορεί να σχηματίσει μια αίσθηση: «Μπορώ να τα καταφέρω ακόμα και αν τώρα δυσκολεύομαι.» Αντίθετα, όταν η αξία του συνδέεται διαρκώς με την επίδοση, όταν συγκρίνεται ή όταν τα λάθη του αντιμετωπίζονται σαν απόδειξη ανεπάρκειας και κρίνεται για αυτό αντί να υποστηριχθεί, μπορεί να μάθει κάτι διαφορετικό:

«Για να αξίζω, πρέπει να τα καταφέρνω καλά.»

Αυτό μπορεί να εμφανιστεί αργότερα ως τελειοθηρία, υπερβολική αυτοκριτική ή δυσκολία να αντέξει κανείς ένα λάθος. Για αυτό πολλοί άνθρωποι στην ενήλικη ζωή δεν τολμούν να δοκιμάσουν. Φοβούνται τόσο πολύ την αποτυχία, το λάθος, την αίσθηση να μην τα καταφέρνουν κατευθείαν, που δεν ξεκινούν καν για να δουν που μπορούν να φτάσουν. Και τότε ίσως χρειάζεται να ρωτήσουμε:

«Τι σημαίνει να μην τα καταφέρνω;»

Γιατί μερικές φορές το πρόβλημα δεν είναι η επιθυμία για επίτευξη. Είναι ότι το να μην τα καταφέρνω αμέσως έχει αποκτήσει το νόημα «δεν είμαι αρκετός ή δεν αξίζω».


Το παιδί που χρειαζόταν να το δουν

Η ανάγκη για ικανότητα, όμως, δεν αφορά μόνο την επίδοση. Το παιδί θέλει κάποιος να παρατηρήσει την προσπάθειά του. «Κοίτα τι έφτιαξα.» «Κοίτα τι μπορώ να κάνω.» «Δες με.» Η ανάγκη να μας βλέπουν, να αναγνωρίζουν την εμπειρία μας και να αισθανόμαστε ότι έχουμε σημασία δεν σταματά στην παιδική ηλικία. Στην ενήλικη ζωή μπορεί να εμφανίζεται ως ανάγκη για αναγνώριση, επιβεβαίωση ή ουσιαστικό ενδιαφέρον. Και εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση. Το να χρειαζόμαστε τους άλλους δεν είναι από μόνο του ένδειξη ανωριμότητας ή «παιδικότητας».


Η ανάγκη για σύνδεση και αναγνώριση είναι βασική συναισθηματική ανάγκη. Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν η αξία μας εξαρτάται αποκλειστικά από το αν οι άλλοι μάς επιβεβαιώνουν. Τότε μια μικρή αδιαφορία μπορεί να αποκτήσει τεράστιο βάρος. Δεν είναι μόνο: «Δεν πρόσεξε αυτό που έκανα.» Μπορεί να βιώνεται ως: «Δεν με βλέπει.» Και πίσω από αυτό: «Μήπως δεν έχω σημασία ή δεν αξίζω αγάπη;»

Από το «ποιος είμαι;» στο «ποιος είμαι όταν είμαι με τους άλλους;»

Η εφηβεία φέρνει ένα ακόμη πιο σύνθετο αναπτυξιακό ερώτημα, που βέβαια συνεχίζει να διαμορφώνεται καθόλη τη διάρκεια της ζωής μας. Ποιος είμαι; Η ανάπτυξη της ταυτότητας δεν αφορά μόνο την επιλογή επαγγέλματος, την επιλογή τρόπου ζωής, ντυσίματος, συντρόφου, πολιτικής άποψης και θρησκευτικών πιστεύω. Αφορά τη σταδιακή δημιουργία μιας πιο συνεκτικής αίσθησης του εαυτού. Η Jane Loevinger και ο Robert Kegan, περιέγραψαν επίσης την ανάπτυξη ως σταδιακή αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε τον εαυτό μας, τις σχέσεις και το νόημα των εμπειριών μας. Καθώς αναπτυσσόμαστε, δεν αποκτούμε απλώς περισσότερη γνώση για τον εαυτό μας. Αλλάζει ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να τον σκεφτούμε. Ένα μικρό παιδί μπορεί πιο εύκολα να βιώνει τη συναισθηματική κατάσταση του άλλου ως άμεση πληροφορία για τον εαυτό του: «Αφού η μαμά είναι θυμωμένη, έκανα κάτι κακό.»


Ένας πιο ώριμα διαφοροποιημένος εαυτός μπορεί σταδιακά να μπορεί να σκεφτεί: «Η μαμά είναι θυμωμένη. Νιώθω άγχος και ανησυχία. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχω κάνει κάτι κακό.»

Η δεύτερη θέση απαιτεί μεγαλύτερη ψυχική διαφοροποίηση. Μπορώ να έχω ένα συναίσθημα χωρίς να “μολύνει” ολόκληρη την πραγματικότητα μου. Μπορώ να αναγνωρίζω την οπτική του άλλου χωρίς να εγκαταλείπω τη δική μου. Μπορώ να αγαπώ κάποιον και ταυτόχρονα να διαφωνώ μαζί του. Μπορώ να αισθάνομαι ενοχή χωρίς να γενικεύω ότι είμαι κακός άνθρωπος. Μπορώ να αισθάνομαι απόρριψη χωρίς να συμπεραίνω ότι δεν αξίζω και να βιώνω την απόλυτη κατάρρευση. Αυτές είναι σημαντικές κατακτήσεις του αναπτυσσόμενου και ώριμου εαυτού.


Όταν μια ανάγκη δεν βρήκε αρκετό χώρο

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο της έννοιας του εσωτερικού παιδιού. Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι ένα παιδί «κόλλησε» σε κάποιο στάδιο. Πιο χρήσιμο είναι να σκεφτούμε ότι κάποιες αναπτυξιακές ανάγκες μπορεί να μην υποστηρίχθηκαν επαρκώς και έτσι να ενεργοποιούνται όταν συνθήκες στην παρούσα φάση τις ερεθίζουν. Ένας σύντροφος που ζητά περισσότερο χώρο μπορεί να ενεργοποιήσει τον φόβο της εγκατάλειψης. Μια κριτική στη δουλειά μπορεί να αγγίξει την παλιά εμπειρία ότι «για να αξίζω πρέπει να τα καταφέρνω πάντα».


Το παιδί που δεν είχε αρκετό χώρο για αυτονομία μπορεί αργότερα να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τι θέλει, να διεκδικήσει χώρο ή να αντιδρά έντονα όταν αισθάνεται ότι κάποιος προσπαθεί να το ελέγξει.

Το παιδί που ένιωθε ότι οι επιθυμίες του ήταν ενοχλητικές μπορεί να μάθει να μην τις αναγνωρίζει.

Το παιδί που συνάντησε υπερβολική κριτική μπορεί να γίνει ιδιαίτερα ευαίσθητο στο λάθος και έτσι να υπεραναλύει πριν από κάθε απόφαση και δράση.

Το παιδί που δεν αισθανόταν ότι ανήκει μπορεί να προσαρμόζεται υπερβολικά στους άλλους για να πάρει αποδοχή και αγάπη.

Ο έφηβος που δεν μπόρεσε να εξερευνήσει διαφορετικές πλευρές του εαυτού του μπορεί να δυσκολεύεται αργότερα να απαντήσει στο ερώτημα: «Τι θέλω πραγματικά;»


Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η παιδική εμπειρία καθορίζει μηχανιστικά τον ενήλικα. Οι άνθρωποι συνεχίζουμε να αναπτυσσόμαστε καθόλη τη διάρκεια της ζωής μας. Νέες σχέσεις, εμπειρίες, απώλειες, απογοητεύσεις, συνειδητοποιήσεις, η ψυχοθεραπεία και διαφορετικές συνθήκες ζωής μπορούν να δημιουργήσουν νέες ψυχικές και συναισθηματικές δυνατότητες.


Η ψυχοθεραπεία Gestalt: μια ανάγκη δεν είναι απλώς κάτι που «έμεινε στο παρελθόν»

Από τη σκοπιά της Gestalt, μπορούμε να δούμε το ζήτημα ακόμη πιο βιωματικά. Η Gestalt δεν αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως ένα άθροισμα εσωτερικών κομματιών που υπάρχουν ανεξάρτητα από το περιβάλλον. Εστιάζει στο πρόσωπο μέσα στο περιβάλλον, στις σχέσεις του στη διαδικασία της επαφής με αυτές. Έτσι, οι ανάγκες μας δεν υπάρχουν απομονωνμενες από το περιβάλλον, αλλά αναδύονται μέσα από αυτό το πεδίο οργανισμού-περιβάλλοντος-σχέσεων. Έτσι, μια ανάγκη δεν είναι απαραίτητα ένα «κενό» που πρέπει να γεμίσουμε. Μπορεί να είναι κάτι που αναδύεται τώρα.

Η ανάγκη για ξεκούραση. Για όριο. Για εγγύτητα. Για χώρο. Για αναγνώριση. Για παιχνίδι. Για διαφοροποίηση. Για αυτονομία. Για να φροντίσουμε κάτι παραμελημένο μέσα μας. Από αυτή την άποψη, το εσωτερικό παιδί μπορεί να γίνει ένας τρόπος να ακούμε καθαρότερα και πιο ολόκληρα την εμπειρία μας στο παρόν.


Ας πούμε ότι ένας ενήλικας αισθάνεται έντονη ανάγκη να έχει χρόνο μόνος του. Μπορεί να αναρωτηθεί: «Μήπως αυτό σημαίνει ότι φοβάμαι την εγγύτητα;» Αλλά μπορεί να υπάρχει και μια άλλη ερώτηση: «Μήπως χρειάζομαι πράγματι περισσότερο χώρο;» Ένας άνθρωπος μπορεί να ζητά συνεχώς επιβεβαίωση. Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε αμέσως ότι «μιλάει το εσωτερικό παιδί». Μπορούμε πρώτα να αναρωτηθούμε: «Υπάρχει σήμερα αρκετή ασφάλεια, αναγνώριση και σύνδεση στη ζωή μου;» Αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο της Gestalt: η ανάγκη δεν γίνεται αυτόματα παθολογία επειδή έχει ρίζες στην ιστορία μας. Μπορεί να είναι μια ζωντανή ανάγκη του παρόντος. Το ζητούμενο είναι να μπορέσουμε να τη διακρίνουμε.


Κουβαλάμε όλες τις ηλικίες που υπήρξαμε

Κουβαλάμε το μικρό παιδί που έμαθε να απομακρύνεται και να επιστρέφει. Το παιδί που ήθελε να κάνει πράγματα μόνο του. Το παιδί που ήθελε να το θαυμάσουν.Το παιδί που έμαθε να συγκρίνεται. Τον έφηβο που προσπαθούσε να καταλάβει ποιος είναι. Και δεν κουβαλάμε μόνο τις στιγμές στις οποίες αποτύχαμε να κατακτήσουμε κάτι. Κουβαλάμε και τις στιγμές στις οποίες το κατακτήσαμε. Την πρώτη φορά που νιώσαμε ότι μπορούμε. Την πρώτη φορά που κάποιος σεβάστηκε το «όχι» μας. Την πρώτη φορά που καταφέραμε κάτι δύσκολο. Την πρώτη φορά που καταλάβαμε ότι μπορούμε να είμαστε διαφορετικοί και να εξακολουθούμε να ανήκουμε. Αυτές οι εμπειρίες αποτελούν επίσης μέρος του εσωτερικού μας κόσμου.


Ο στόχος μπορεί να είναι να αναγνωρίσουμε ποιές ανάγκες αναδύονται τώρα. Να μπορούμε να καταλάβουμε πότε ζητάμε σύνδεση και πότε φοβόμαστε την εγκατάλειψη. Πότε χρειαζόμαστε αυτονομία και πότε απομονωνόμαστε. Πότε θέλουμε αναγνώριση και πότε η αξία μας εξαρτάται υπερβολικά από αυτήν.


Και κυρίως, να μπορούμε να στεκόμαστε απέναντι στις παλιότερες εκδοχές του εαυτού μας χωρίς να τις εγκαταλείπουμε ή να τις απορρίπτουμε. Το δίχρονο παιδί μέσα μας δεν ήξερε ακόμη πώς να είναι ανεξάρτητο. Το παιδί του δημοτικού δεν μπορούσε ακόμη να γνωρίζει την αξία του ανεξάρτητα από τις επιδόσεις του. Ο έφηβος δεν μπορούσε ακόμη να έχει την ψυχική απόσταση και σιγουριά που κατέχει ένας ενήλικας. Δεν ήταν ελλιπείς εκδοχές του εαυτού μας. Ήταν εκδοχές μας που βρίσκονταν ακόμη σε ανάπτυξη.


Και ίσως αυτό είναι το πιο ουσιαστικό νόημα του εσωτερικού παιδιού: Δεν κουβαλάμε μέσα μας μόνο όσα μας συνέβησαν. Κουβαλάμε και όλα όσα προσπαθούσαμε να γίνουμε. Και η ενήλικη ζωή δεν είναι η στιγμή που αφήνουμε πίσω όλες αυτές τις ηλικίες.

Είναι η δυνατότητα να τις κοιτάξουμε από μια καινούργια θέση, με περισσότερη επίγνωση, ελευθερία και επιλογές για το πώς θα φροντίσουμε, σήμερα, αυτό που κάποτε χρειαζόταν να φροντίσει κάποιος άλλος. Ενηλικίωση δεν σημαίνει να μην χρειάζομαι κανέναν. Σημαίνει να μπορώ να χρειάζομαι τους άλλους χωρίς να τους παραδίδω την ευθύνη για τη συναισθηματική μου ζωή.

Πίσω στα Άρθρα

Μοιραστείτε μια σκέψη

Φόρτωση σχολίων...

Χρειάζεστε υποστήριξη σε αυτό το θέμα;

Ατομική Ψυχοθεραπεία