εσωτερικό παιδί• 6 λεπτά ανάγνωσης• 23/3/2026 (192 ημέρες πριν)

Το Εσωτερικό Παιδί και Όσα δεν Ξεχνά το Σώμα

Μαρία Νικοπούλου
Ψυχολόγος Α.Π.Θ., MSc – Gestalt Ψυχοθεραπεύτρια

Το Εσωτερικό Παιδί και Όσα δεν Ξεχνά το Σώμα

H ψυχική ανάπτυξη ενός παιδιού δεν αφορά μόνο την απόκτηση δεξιοτήτων ή γνώσεων, αλλά κυρίως τη διαμόρφωση ενός εσωτερικού κόσμου: του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, τους άλλους και τις σχέσεις του. Η ίδια η ψυχοθεραπευτική εμπειρία μας δείχνει ότι αυτή η διαδικασία δεν είναι ποτέ αμιγώς ατομική, αλλά βαθιά σχεσιακή. Το παιδί γίνεται αυτό που είναι μέσα από το πώς σχετίστηκε με τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής του, και κυρίως μέσα από το πώς αυτές οι εμπειρίες έγιναν αντιληπτές και νοηματοδοτήθηκαν από το ίδιο, όχι μέσα από το πώς τις αφηγούνται οι ενήλικες για εκείνο.


Για συμπλήρωση της παραπάνω εικόνας είναι απαραίτητη η εστίαση στην ανάγκη του παιδιού για έναν ασφαλή συναισθηματικό δεσμό. Ένα παιδί χρειάζεται ένα τουλάχιστον αφοσιωμένο πρόσωπο φροντίδας που να του είναι επαρκώς διαθέσιμο, συνεπές και συναισθηματικά παρόν. Μέσα από τις επαναλαμβανόμενες ζεστές εμπειρίες φροντίδας και ανταπόκρισης, χτίζει την αίσθηση εμπιστοσύνης και αυτό που αργότερα θα αποτελέσει το εσωτερικό πρότυπο του για τις στενές σχέσεις: μια βαθιά, συχνά ασυνείδητη πεποίθηση για το αν είναι άξιο αγάπης και για το αν οι άλλοι θα είναι διαθέσιμοι και αξιόπιστοι. Αυτή η πεποίθηση θα το συνοδεύει σε όλες τις μελλοντικές του σχέσεις.


Το παιδί δεν βιώνει απλώς ό,τι του συμβαίνει, αλλά εγγράφει τις εμπειρίες του βαθιά στο ψυχικό και σωματικό του σύστημα , ακόμη κι όταν δεν μπορεί να ανακαλέσει συνειδητά μνήμες. Όπως περιγράφει και η Alice Miller, το ασυνείδητο δεν αφορά κάτι αφηρημένο, αλλά την ίδια την ιστορία της ζωής ενός ανθρώπου, μια ιστορία που δεν χάνεται με το πέρασμα του χρόνου. Αντιθέτως, παραμένει ζωντανή και εγγεγραμμένη στο σώμα και αναδύεται στη συνείδηση σε θραύσματα. Έτσι, οι πρώιμες παιδικές εμπειρίες και τα τραύματα μας, συνεχίζουν να ανακινούνται εσωτερικά και να εκφράζονται ως σωματική μνήμη μέσα από σωματικές αισθήσεις, συμπτώματα, εντάσεις και συναισθηματικές αντιδράσεις που συχνά δεν μπορούμε να εξηγήσουμε λογικά. Αυτά τα σπασμένα κομμάτια καλούμαστε να ενώσουμε στην ψυχοθεραπεία, διαμορφώνοντας την προσωπική μας ιστορία αλλά και καλλιεργώντας την αίσθηση ευθύνης για το πώς επιλέγουμε να σταθούμε ως προς αυτήν. Επιλέγουμε να πάρουμε ένα ενεργό ρόλο συγγραφής της ιστορίας μας, ή να τοποθετηθούμε σε παθητικούς ρόλους ως προς αυτήν;


Σε υπαρξιακό επίπεδο, αυτές οι σωματοψυχικές εγγραφές δεν είναι απλώς μνήμες· είναι τρόποι ύπαρξης. Διαμορφώνουν το πώς σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας, το αν νιώθουμε ότι αξίζουμε, το πόσο αντέχουμε να ζητάμε και να διεκδικούμε. Το σώμα γίνεται η γλώσσα αυτής της αλήθειας. Ένα από τα πιο ενδεικτικά στοιχεία που εγγράφονται επάνω μας είναι η εμπειρία της αγάπης και της αποδοχής. Το παιδί χρειάζεται να νιώθει ότι έχει αξία όχι επειδή «τα καταφέρνει ή είναι ήσυχο», αλλά επειδή υπάρχει. Όταν η αποδοχή εξαρτάται από την απόδοση και γίνεται υπό όρους, το παιδί μαθαίνει να προσαρμόζει τον εαυτό του για να διατηρεί τη σχέση, νιώθοντας την υποχρέωση να απομακρυνθεί από τα αυθεντικά του συναισθήματα και την αλήθεια του.


Σε κάθε περίπτωση που υπάρχει ασυμφωνία ανάμεσα σε αυτό που αισθάνεται το παιδί και σε αυτό που απαιτεί το περιβάλλον, το παιδί θα προβεί σε ένα συμβιβασμό ως τη μόνη επιλογή που διαθέτει αναπτυξιακά. Όταν ένα παιδί εκτίθεται σε κακοποίηση, παραμέληση ή έντονο ψυχικό πόνο, έρχεται αντιμέτωπο με ένα υπαρξιακό αδιέξοδο: εξαρτάται απόλυτα από τον άνθρωπο εκείνον που το πληγώνει. Αυτή η στάση δεν αποτελεί αδυναμία, αλλά έναν μηχανισμό επιβίωσης. Είναι λιγότερο απειλητικό για το παιδί να βιώσει τον εαυτό του ως «κακό», παρά να αναγνωρίσει τον γονέα ως επικίνδυνο ή παραμελητικό. Με αυτόν τον τρόπο διατηρείται μια αίσθηση ελέγχου — «αν φταίω εγώ, ίσως μπορώ να αλλάξω κάτι» — και, κυρίως, προστατεύεται ο δεσμός με το γονέα, από τον οποίο εξαρτάται η ίδια του η επιβίωση.


Η διατήρηση αυτής της ζωτικής σχέσης για το παιδί, απαιτεί μια ψυχική προσαρμογή, αλλοιώνοντας αυτό που αντιλαμβάνεται για να κρατήσει την αίσθηση και εικόνα του καλού γονέα άθικτη. Έτσι, στρέφει την ευθύνη στον εαυτό του όχι ως συνειδητή επιλογή, αλλά ως ασυνείδητη ανάγκη, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα αγνοήσει ή θα απορρίψει τη δική του εμπειρία. Για παράδειγμα εάν ένας γονέας του φωνάξει, είναι πολύ πιο εύκολο να αισθανθεί ότι το ίδιο είναι ένα κακό παιδί παρά να σκεφτεί ότι ο γονιός του είναι κουρασμένος, ή έχει μια άλλη δυσκολία που του εξάντλησε την υπομονή. Όταν ένας γονέας είναι κουρασμένος, απόμακρος ή στεναχωρημένος, το παιδί δεν έχει την ικανότητα να αποδώσει αυτή την κατάσταση σε εξωτερικούς παράγοντες. Αντίθετα, είναι πολύ πιθανό να εσωτερικεύσει: «κάτι έκανα εγώ». Αν αυτό δεν διορθωθεί, αυτή η ερμηνεία μπορεί να παγιωθεί και να μετατραπεί σε βαθύτερη πεποίθηση: «κάτι δεν πάει καλά με εμένα, εγώ φταίω που η μαμά ή ο μπαμπάς αντιδρούν έτσι».


Αυτή η εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που νιώθει το παιδί και εν συνεχεία ο ενήλικας και σε αυτό που θα «έπρεπε» να νιώθει είναι βαθιά εξαντλητική. Η ψυχική ενέργεια δαπανάται στη καταπίεση και έλεγχο των ‘’απαγορευμένων’’ συναισθημάτων. Το σώμα γίνεται ο κατεξοχήν φορέας αυτής της έντασης, αλλά και ο πιο αξιόπιστος καθρέφτης για όσα δεν αντέχουμε ακόμη να αναγνωρίσουμε. Μου έρχεται στο νου μια θεραπευόμενη που κάθε μέρα όταν γύριζε από τη δουλειά, αποσυρόταν στον ύπνο για να αποφύγει την επώδυνη συναισθηματική πραγματικότητα του σπιτιού της. Το καταφύγιο του ύπνου ως διέξοδος σε μη ικανοποιητικές σχέσεις ή πιεστικά περιβάλλοντα εργασίας είναι ένας συνηθισμένος τρόπος απόδρασης από μια δύσκολη πραγματικότητα. Ο ύπνος, σε αυτές τις περιπτώσεις, λειτουργεί ως μια μορφή αποσύνδεσης από την ύπαρξη — ένα μούδιασμα για να αποφύγω να έρθω σε επαφή με αυτό που δεν αντέχω να ζω.


Συνολικά, η υγιής ανάπτυξη δεν εξαρτάται από την τελειότητα του περιβάλλοντος, αλλά από μια επαρκή ανταπόκριση στις ανάγκες του παιδιού. Η έννοια του «αρκετά καλού γονέα» του Donald Winnicott αποτυπώνει αυτή την ισορροπία: το παιδί δεν χρειάζεται έναν τέλειο φροντιστή που να ανταποκρίνεται πάντα με τον καλύτερο τρόπο στις ανάγκες του παιδιού αλλά έναν άνθρωπο που μπορεί, τις περισσότερες φορές, να είναι διαθέσιμος, να ανταποκρίνεται και να αναγνωρίζει την εμπειρία του παιδιού. Στις βασικές ψυχικές ανάγκες, έτσι, συγκαταλέγεται η αναγνώριση της υποκειμενικής του εμπειρίας: να υπάρχει κάποιος που να «βλέπει» και να κατονομάζει αυτό που νιώθει το παιδί. Το παιδί δανείζεται τα λόγια και τις έννοιες που χρησιμοποιούν οι ενήλικες για την εμπειρία του και έτσι μαθαίνει για τον εσωτερικό του κόσμο. Όταν μια δυσκολία δεν του αναγνωρίζεται μένει ανεπεξέργαστη ή απωθείται (απομακρύνεται από τη συνείδηση του) και έτσι μαθαίνει να αρνείται ότι τη ζει.


Όταν αρχίζουμε να ερχόμαστε σε επαφή με τα πραγματικά μας συναισθήματα, διευρύνεται σταδιακά η δυνατότητα διακοπής αυτού του μηχανισμού προστασίας που αφορά την εσωτερική απομάκρυνση από την εμπειρία μας. Η ψυχοθεραπεία προϋποθέτει μια στροφή προς το παιδί που κάποτε ήμασταν. Μια εσωτερική στάση που επιτρέπει να αναγνωριστεί αυτό που δεν καλύφθηκε: η αποδοχή, η προσοχή, ο σεβασμός, η κατανόηση, η προστασία. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορεί σταδιακά να αναπτυχθεί μια διαφορετική σχέση με τον εαυτό και τους άλλους. Έτσι, η σχέση με την ψυχοθεραπεύτρια συχνά λειτουργεί ως ο χώρος όπου αυτή η εμπειρία γίνεται για πρώτη φορά βιώσιμη — μέσα από μια σχέση που δεν αγνοεί ούτε διαστρεβλώνει, αλλά αντέχει να δει και να στηρίξει.


Ένας ενήλικας μπορεί να έχει πλήρη επίγνωση των συναισθημάτων του μόνο αν έλαβε συναισθηματική φροντίδα από αυτούς που τον μεγάλωσαν και έτσι όταν αυτή η εμπειρία έλειψε στην παιδική ηλικία, υπάρχει μια δεύτερη ευκαιρία στο δωμάτιο ψυχοθεραπείας.


Βιβλιογραφία:


Miller, A. (2004). Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ. Αθήνα: Εκδόσεις Ροές.

Winnicott, D. W. (1960). The Theory of the Parent-Infant Relationship. International Journal of Psychoanalysis, 41, 585–595.

Winnicott, D. W. (1986). Home Is Where We Start From: Essays by a Psychoanalyst. London: Penguin.

Πίσω στα Άρθρα

Μοιραστείτε μια σκέψη

Φόρτωση σχολίων...

Χρειάζεστε υποστήριξη σε αυτό το θέμα;

Συμβουλευτική Γονέων