ανάπτυξη• 3 λεπτά ανάγνωσης• 15/2/2026 (228 ημέρες πριν)

Από τις βρεφικές σωματικές αισθήσεις στην αναγνώριση των συναισθημάτων ή Μήπως ο τρόπος που μας φρόντισαν ως βρέφη συνδέεται με το πώς δομήσαμε τον εαυτό μας;

Μαρία Νικοπούλου
Ψυχολόγος Α.Π.Θ., MSc – Gestalt Ψυχοθεραπεύτρια

Από τις βρεφικές σωματικές αισθήσεις στην αναγνώριση των συναισθημάτων ή Μήπως ο τρόπος που μας φρόντισαν ως βρέφη συνδέεται με το πώς δομήσαμε τον εαυτό μας;

Ως βρέφη ερχόμαστε στον κόσμο έχοντας κάποιες βασικές σωματικές αισθήσεις, οι οποίες στην πορεία, μέσα από την αλληλεπίδραση με αυτούς που μας φροντίζουν, αρχίζουν να οργανώνονται σε αυτό που ονομάζουμε συναισθήματα. Το βρέφος δεν «σκέφτεται» ότι πεινάει, ούτε το γνωρίζει με τον τρόπο που το γνωρίζει ένας ενήλικας. Αισθάνεται μια σωματική δυσφορία και αντιδρά σε αυτήν με το κλάμα του. Στο βρέφος δεν υπάρχουν ακόμα ξεκάθαρα όρια μεταξύ σωματικού πόνου και «Εαυτού»· η εμπειρία του είναι ολοκληρωτική και απόλυτη.


Αν το πρόσωπο που φροντίζει το βρέφος έχει τη συναισθηματική ευαισθησία και διάκριση να αντιληφθεί ότι το κλάμα του σημαίνει πείνα και όχι κάτι άλλο, αυτό αφορά τον βαθμό του συναισθηματικού συντονισμού (attunement). Ο γονέας, λειτουργώντας ως ένας «εξωτερικός ρυθμιστής» του βρέφους που δεν είναι ικανό ακόμα να ρυθμίσει μόνο του την εσωτερική του κατάσταση, θα καθρεφτίσει την εμπειρία του βρέφους και θα τη ρυθμίσει φροντίζοντάς το. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι ο ενήλικας που ανταποκρίνεται συστηματικά με ευαισθησία στις διαφορετικές ανάγκες του βρέφους, το βοηθάει να αποκτήσει μια υγιή επαφή με το σώμα και τις ανάγκες του στην ενήλικη ζωή. Αυτό που ο ενήλικας βλέπει στο παιδί θα γίνει αυτό που θα νοηματοδοτήσει εκείνο για τον εαυτό του.


Όταν ένα βρέφος νιώθει μια σωματική αναταραχή και ο ενήλικας ανταποκριθεί με ηρεμία, το βρέφος εσωτερικεύει αυτή την ανακούφιση ως ασφάλεια. Το να ονομάσει ο ενήλικας τα συναισθήματα του βρέφους είναι μια πράξη νοηματοδότησης που βοηθά το παιδί να χτίζει μέσα του γέφυρες και συνδέσεις για το τι του συμβαίνει. Αν η σωματική δυσφορία δεν ανακουφίζεται συστηματικά και υπάρχει παραμέληση, το βρέφος κατακλύζεται από ένα αδιαφοροποίητο άγχος — ένα διάχυτο αίσθημα υπαρξιακού κινδύνου χωρίς σαφή αιτία. Πολλά άτομα στην ψυχοθεραπεία δηλώνουν ένα διάχυτο άγχος διαχρονικά και αυτό ενδέχεται να έχει τις βάσεις του ήδη σε αυτή την πρώιμη αλληλεπίδραση κατά τη βρεφική ηλικία.


Όταν ο γονέας δεν καθρεφτίζει τον πόνο, τη θλίψη ή τον θυμό του παιδιού, εκείνο δεν μαθαίνει να αναγνωρίζει και να ονομάζει την εσωτερική του εμπειρία. Κάποια συναισθήματα μένουν ανώνυμα, ενώ άλλα παίρνουν λάθος όνομα (π.χ. ο πόνος ή η θλίψη συχνά βαφτίζονται «γκρίνια»). Η φράση «μη θυμώνεις» που λέμε συχνά στα παιδιά, φαίνεται να ακυρώνει την υπαρξιακή τους αλήθεια, ενώ αυτό που θα ήταν χρήσιμο να τα ρωτήσουμε είναι: «Τι χρειάζεσαι;».


Αυτά τα παιδιά συχνά γίνονται ενήλικες που διακατέχονται από αλεξιθυμία (όρος του Έλληνα ψυχιάτρου στο Harvard, Πέτρου Σιφναίου, 1972) : 𝑎 (στερητικό) + λέξις + θυμός (συναίσθημα/διάθεση). Ετυμολογικά σημαίνει την έλλειψη λέξεων για το συναίσθημα. Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν τις εμπειρίες τους «φωτογραφικά», σαν να περιγράφουν μια σκηνή ταινίας, αλλά όταν ερωτώνται «πώς ένιωσες;», δυσκολεύονται να βρουν τις λέξεις για να περιγράψουν την εσωτερική τους εμπειρία. Αυτή η δυσκολία είναι εντονότερη όταν στο περιβάλλον φροντίδας του παιδιού υπήρχε συναισθηματικά απών γονέας λόγω εξαρτήσεων, ψυχικής νόσου ή πένθους, με αποτέλεσμα οι ''γέφυρες'' μεταξύ εμπειρίας και νοήματος να μην χτιστούν ποτέ πλήρως μιας και στη σχέση γονέα-παιδιού παρεμβάλλονταν αυτές οι δυσκολίες.


Από τη στιγμή που το παιδί δεν έχει την ικανότητα να απομακρυνθεί από ένα παραμελητικό περιβάλλον, απομακρύνεται ψυχικά από κομμάτια του εαυτού του. Η αποσύνδεση (dissociation) λειτουργεί σε αυτή την περίπτωση ως μια άμυνα προστασίας στην υπηρεσία της επιβίωσης: "Εάν το σώμα μου πονάει και δεν έρχεται φροντίδα, ο εγκέφαλός μου σταματά να δίνει σημασία στα εσωτερικά σήματα".


Ένα σχετικό παράδειγμα αφορά την αποσύνδεση που μπορεί να συμβεί από το σώμα και τις αισθήσεις λόγω ψυχικής δυσκολίας του γονέα, σε περιπτώσεις που η μητέρα αντιμετωπίζει μια διατροφική διαταραχή. Εκεί η δική της δυσκολία να διαβάσει το δικό της σώμα λειτουργεί ως εμπόδιο στο να δει καθαρά τις ανάγκες του παιδιού. Το τάισμα μπορεί να γίνει πεδίο ελέγχου και άγχους αντί για χώρο σύνδεσης, πιέζοντας το βρέφος ή περιορίζοντάς το αυστηρά, ανάλογα με τους δικούς της εσωτερικούς φόβους και διαστρεβλώσεις.


Η ψυχοθεραπεία προσφέρει αυτή ακριβώς τη διορθωτική εμπειρία σύνδεσης αυτών που δεν γεφυρώθηκαν μέσα μας. Η θεραπευτική σχέση προσφέρει την ασφάλεια ώστε το άτομο να μάθει να στρέφει την επίγνωσή του στο σώμα, να ονομάζει την εσωτερική του εμπειρία και να χτίζει τα νοήματα και τις συνδέσεις που θα του επιτρέψουν να νιώσει ολόκληρο, παρόν και συνδεδεμένο με την αυθεντική του εμπειρία.

Πίσω στα Άρθρα

Μοιραστείτε μια σκέψη

Φόρτωση σχολίων...

Χρειάζεστε υποστήριξη σε αυτό το θέμα;

Ατομική Ψυχοθεραπεία