Πολλές φορές η τροφή αποκτά μια σημασία που υπερβαίνει τη βιολογική θρέψη. Η ασυνείδητη ανάγκη εκφόρτισης μετά από μια πιεστική ημέρα ή βδομάδα συχνά βρίσκει διέξοδο στην πρόσκαιρη στοματική απόλαυση, ως έναν τρόπο διακοπής –έστω και προσωρινής– αγχωτικών ή αυτοεπικριτικών σκέψεων. Το σώμα μπορεί να επιχειρεί αφενός να αναπληρώσει τη στέρηση τροφής που συχνά έχει προηγηθεί και αφετέρου να καλύψει συμβολικά ένα συναισθηματικό κενό μέσω γεύσεων, μυρωδιών και υφών.
Ολοένα και περισσότερα ερευνητικά δεδομένα υποστηρίζουν ότι τα υπερφαγικά επεισόδια μπορούν να ιδωθούν ως συμπτωματολογία που σχετίζεται με βαθύτερες ψυχολογικές ελλείψεις: ανικανοποίητες σχέσεις, περιορισμένες εμπειρίες επιτεύγματος, απουσία νοήματος ή ανεπαρκείς εναλλακτικούς τρόπους συναισθηματικής ρύθμισης. Το παρόν άρθρο επιχειρεί να συνθέσει αυτή τη θεώρηση, προτείνοντας μια πιο ολιστική ανάγνωση των υπερφαγικών επεισοδίων και του συναισθηματικού φαγητού.
Ένα από τα πιο σταθερά ευρήματα στη βιβλιογραφία είναι η σύνδεση της υπερφαγίας με δυσκολίες στη ρύθμιση των συναισθημάτων μας (Aldao, Nolen-Hoeksema & Schweizer, 2010; Wonderlich et al., 2014). Τα υπερφαγικά επεισόδια συχνά πυροδοτούνται από έντονα αρνητικά συναισθήματα, όπως ντροπή, απογοήτευση, μοναξιά ή αίσθηση αποτυχίας καθώς και σκέψεις που τα συνοδεύουν. Σε αυτές τις στιγμές, το φαγητό λειτουργεί προσωρινά ως μέσο καταπράυνσης ή απόσπασης της προσοχής σε αυτά που βιώνω εσωτερικά και δεν έχω πώς να τα εκφράσω ή να διοχετεύσω με άλλο τρόπο. Ωστόσο, η ανακούφιση είναι βραχύβια και συχνά ακολουθείται από ενοχή και ενίσχυση του φαύλου κύκλου των αρνητικών αισθημάτων.
Οι διαπροσωπικές σχέσεις αποτελούν βασική πηγή συναισθηματικής ρύθμισης και ικανοποίησης. Η τροφή είναι συχνά η πιο άμεσα διαθέσιμη απάντηση στο πώς να αντέξει κανείς αυτό που βιώνει μέσα στις σχέσεις αφού δεν απορρίπτει, δεν εγκαταλείπει, δεν επικρίνει. Η έλλειψη ασφαλών δεσμών, η μοναξιά ή οι χρόνιες δυσκολίες στη σύνδεση με τους άλλους έχουν συσχετιστεί με αυξημένη χρήση αυτο-καταπραϋντικών συμπεριφορών, μεταξύ των οποίων και τα υπερφαγικά επεισόδια. Έρευνες δείχνουν ότι αγχώδη ή αποφευκτικά μοτίβα σχέσεων με γονείς ή άλλα σημαντικά πρόσωπα σχετίζονται με αυξημένη πιθανότητα υπερφαγικών (Tasca & Balfour, 2014; Ivanova & Tasca, 2021). Σε αυτό το πλαίσιο, το φαγητό μπορεί να λειτουργεί ως υποκατάστατο εγγύτητας: μια άμεσα διαθέσιμη και προβλέψιμη πηγή «παρηγοριάς», όταν οι σχέσεις βιώνονται ως απρόσιτες, απειλητικές ή απογοητευτικές.
Πέρα από τις σχέσεις, η αίσθηση επιτεύγματος και αυτο-αποτελεσματικότητας αποτελεί κεντρικό άξονα ψυχικής ευεξίας. Άτομα που βιώνουν χρόνια απογοήτευση, αποτυχία στόχων ή αίσθηση στασιμότητας ενδέχεται να αναζητούν εναλλακτικούς τρόπους στιγμιαίας ικανοποίησης. Η υπερφαγία, παρότι συνοδεύεται από ενοχή, προσφέρει μια άμεση εμπειρία έντασης και ανακούφισης — μια πρόσκαιρη ικανοποίηση, άμεσα προσβάσιμη, σε αντίθεση με τους μακρινούς και συχνά απρόσιτους προσωπικούς στόχους.
Σύγχρονες προσεγγίσεις τονίζουν τον ρόλο του νοήματος ζωής στη διατήρηση ή την υποχώρηση των συμπτωμάτων των διατροφικών διαταραχών. Η απουσία νοήματος έχει συσχετιστεί με αυξημένη ψυχοπαθολογία, συμπεριλαμβανομένης της υπερφαγίας. Εμπειρικά δεδομένα δείχνουν ότι άτομα με διατροφικές διαταραχές παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα νοήματος ζωής και εντονότερη αίσθηση κενού σε σύγκριση με άτομα που δεν καταφεύγουν στο συναισθηματικό φαγητό (Marco et al., 2017; Schulenberg et al., 2011).
Όταν δεν έχουμε πρόσβαση σε δραστηριότητες, σχέσεις ή αξίες που προσδίδουν αίσθηση σκοπού, το σώμα και το φαγητό συχνά μετατρέπονται σε κεντρικό πεδίο εμπειρίας. Η υπερφαγία, σε αυτή την ανάγνωση, δεν αφορά μόνο την τροφή, αλλά την προσπάθεια «να νιώσω κάτι» μέσα σε ένα εσωτερικό τοπίο κενού ή συναισθηματικής απονέκρωσης, σε έναν άδειο πίνακα.
Η μείωση των υπερφαγικών επεισοδίων δεν μπορεί να επιτευχθεί αποκλειστικά μέσω ελέγχου της συγκεκριμένης συμπεριφοράς αν δεν φροντιστούν οι ανάγκες που κρύβονται από κάτω. Ο εμπλουτισμός της ζωής με πιο θρεπτικές πηγές σύνδεσης, ικανοποίησης και νοήματος. Η εστίαση σε αξίες, η αποδοχή της εσωτερικής εμπειρίας και ανάπτυξη εναλλακτικών λειτουργικών στρατηγικών συναισθηματικής ρύθμισης φαίνεται να ενισχύουν την ψυχική ανθεκτικότητα και να μειώνουν την ανάγκη για αυτο-καταπραϋντικές συμπεριφορές όπως η υπερφαγία (Berman, Boutelle & Crow, 2009).
Η κατανόηση των υπερφαγικών επεισοδίων ως ένδειξη έλλειψης εναλλακτικών τρόπων ικανοποίησης προσφέρει μια οπτική όπου αντί να εστιάζουμε στον έλεγχο του φαγητού, μπορούμε να αναρωτηθούμε: ποιες ανάγκες δεν βρίσκουν αλλού χώρο να ικανοποιηθούν; τι άλλο μέσα μου προσπαθεί να «χορτάσει» πέρα από την πείνα;
Βιβλιογραφία:
Aldao, A., Nolen-Hoeksema, S., & Schweizer, S. (2010). Emotion-regulation strategies across psychopathology. Clinical Psychology Review, 30(2), 217–237.
Berman, M. I., Boutelle, K. N., & Crow, S. J. (2009). A case series investigating acceptance and commitment therapy as a treatment for binge eating disorder. International Journal of Eating Disorders, 42(7), 676–682. https://doi.org/10.1002/eat.20659
Grilo, C. M., & Mitchell, J. E. (2011). The treatment of eating disorders: A clinical handbook. Guilford Press.
Heatherton, T. F., & Baumeister, R. F. (1991). Binge eating as escape from self-awareness. Psychological Bulletin, 110(1), 86–108.
Ivanova, I. V., & Tasca, G. A. (2021). Meaning in life and eating disorder psychopathology. Frontiers in Psychology, 12, 635742.
Marco, J. H., García-Alandete, J., & Pérez, S. (2020). Meaning in life in eating disorders patients with non-suicidal self-injuries. Revista Argentina de Clínica Psicológica, 29(5), 468–477. https://doi.org/10.24205/03276716.2020.1044
Pinna, F. et al. (2015). Emotion regulation and binge eating. Psychiatry Research, 230(2), 578–584.
Wonderlich, S. A., et al. (2014). Emotion dysregulation and eating disorders. Current Psychiatry Reports, 16(11), 453.



