Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι οι σχέσεις γίνονται δύσκολες κυρίως εξαιτίας των διαφορών και των συγκρούσεων. Ωστόσο, η κλινική εμπειρία δείχνει ότι το πρόβλημα συχνά δεν είναι η ίδια η σύγκρουση, αλλά η συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε όταν προσπαθούμε να τη διαχειριστούμε. Όταν το νευρικό μας σύστημα βρίσκεται σε υπερδιέγερση, η επικοινωνία γίνεται δυσκολότερη, η ενσυναίσθηση μειώνεται και οι πιθανότητες να παρερμηνεύσουμε ή να πληγώσουμε ο ένας τον άλλον αυξάνονται σημαντικά.
Σε αυτές τις στιγμές, η ικανότητα της συναισθηματικής ρύθμισης γίνεται θεμελιώδης για τη διατήρηση υγιών και ανθεκτικών σχέσεων.
Τι είναι η συναισθηματική ρύθμιση;
Η συναισθηματική ρύθμιση αναφέρεται στην ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε, να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας με τρόπο που να μας επιτρέπει να ανταποκρινόμαστε αποτελεσματικά στις καταστάσεις της ζωής.
Ρύθμιση δεν σημαίνει καταπίεση, άρνηση ή αποφυγή των συναισθημάτων. Αντίθετα, σημαίνει να μπορούμε να παραμένουμε σε επαφή με όσα νιώθουμε χωρίς να κατακλυζόμαστε από αυτά. Να μπορούμε, για παράδειγμα, να αισθανόμαστε θυμό χωρίς να επιτιθόμαστε, φόβο χωρίς να παραλύουμε ή απογοήτευση χωρίς να αποσυρόμαστε πλήρως από τη σχέση. Να είμαστε εμείς που έχουμε τα συναισθήματα και όχι τα συναισθήματα που έχουν εμάς.
Πρόκειται για μια δεξιότητα που αναπτύσσεται σταδιακά μέσα από τις πρώτες μας σχέσεις και συνεχίζει να εξελίσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής.
Τι συμβαίνει όταν απορρυθμιζόμαστε συναισθηματικά;
Όταν αντιλαμβανόμαστε μια κατάσταση ως απειλητική ή κατακλυσμιαία, το νευρικό μας σύστημα ενεργοποιεί μηχανισμούς επιβίωσης. Η καρδιά χτυπά πιο γρήγορα, η αναπνοή αλλάζει και ο οργανισμός προετοιμάζεται για δράση.
Ο ερευνητής John Gottman έχει περιγράψει το φαινόμενο της «συναισθηματικής πλημμύρας», κατά το οποίο η έντονη φυσιολογική διέγερση δυσκολεύει σημαντικά την αποτελεσματική επικοινωνία και σύνδεση. Όταν βρισκόμαστε σε αυτή την κατάσταση, η προσοχή μας στρέφεται περισσότερο στην αυτοπροστασία παρά στην κατανόηση του άλλου και στη διατήρηση της σχέσης. Γινόμαστε πιο αμυντικοί, πιο αντιδραστικοί και λιγότερο ικανοί να ακούσουμε πραγματικά τι προσπαθεί να μας επικοινωνήσει η άλλη πλευρά.
Σε τέτοιες στιγμές μπορεί να έχουμε την παρόρμηση να αποσυρθούμε, να έρθουμε σε αντιπαράθεση, να επικρίνουμε ή να προσβάλουμε, να αμυνθούμε και δυσκολευόμαστε να ακούσουμε ή να θυμηθούμε όσα λέει ο άλλος, με αποτέλεσμα να παρερμηνεύουμε λόγια, προθέσεις και κίνητρα.
Όσο περισσότερο συναισθηματικά απορρυθμισμένοι είμαστε, τόσο λιγότερο διαθέσιμοι γινόμαστε για ουσιαστική σύνδεση και επικοινωνία.
Η συναισθηματική ρύθμιση ως σχεσιακή δεξιότητα
Συχνά αντιμετωπίζουμε τη συναισθηματική ρύθμιση ως ατομική υπόθεση. Στην πραγματικότητα όμως είναι βαθιά σχεσιακή.
Η ικανότητά μας να παραμένουμε παρόντες όταν ο άλλος είναι θυμωμένος, απογοητευμένος ή πληγωμένος επηρεάζει άμεσα την ποιότητα της σχέσης. Το ίδιο ισχύει και για την ικανότητά μας να διαχειριζόμαστε τη δική μας δυσφορία χωρίς να μεταφέρουμε όλο το βάρος στον άλλον.
Η συναισθηματική ρύθμιση στις σχέσεις υπάρχει όταν μπορούμε να ακούμε χωρίς να διακόπτουμε, αντέχουμε να ακούσουμε μια διαφορετική οπτική χωρίς να την εκλαμβάνουμε ως επίθεση ή να υποθέτουμε ότι μόνο μια θέση μπορεί να υπάρχει, να αναγνωρίζουμε πότε χρειαζόμαστε χρόνο για να ηρεμήσουμε, εκφράζουμε τα συναισθήματά μας χωρίς να κατηγορούμε, παραμένουμε σε επαφή με τον άλλον ακόμη και όταν διαφωνούμε, αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τις αντιδράσεις μας.
Με άλλα λόγια, η συναισθηματική ρύθμιση δεν αφορά μόνο τη διαχείριση του εαυτού μας. Αφορά και τη δημιουργία προϋποθέσεων ώστε να μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος και σύνδεση.
Η αξία της παύσης
Πολλοί άνθρωποι φοβούνται ότι αν διακόψουν μια έντονη συζήτηση, θα θεωρηθεί αποφυγή ή αδιαφορία. Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στην αποφυγή και στη συνειδητή παύση που επικοινωνείται.
Η αποφυγή αποσκοπεί στο να μην αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα. Η παύση, αντίθετα, αποσκοπεί στο να το αντιμετωπίσουμε όταν θα είμαστε περισσότερο διαθέσιμοι ψυχικά και σωματικά.
Μερικές φορές το πιο υπεύθυνο και σχεσιακό βήμα δεν είναι να συνεχίσουμε τη συζήτηση σε στιγμές φόρτισης, αλλά να αναγνωρίσουμε ότι κανείς από τους δύο δεν βρίσκεται σε κατάσταση να ακούσει πραγματικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μια συμφωνημένη διακοπή μπορεί να προστατεύσει τη σχέση από επώδυνα λόγια και αντιδράσεις που δεν είναι σύμφωνα με τα αυθεντικά μας συναισθήματα.
Το σημαντικό είναι η παύση να συνοδεύεται από δέσμευση επιστροφής στη συζήτηση. Για παράδειγμα: «Χρειάζομαι λίγο χρόνο για να ηρεμήσω. Θέλω όμως να το συζητήσουμε και θέλω να επιστρέψουμε σε αυτό αύριο το πρωί».
Η διαβεβαίωση αυτή βοηθά τον άλλο να μην βιώσει την απομάκρυνση ως εγκατάλειψη ή απόρριψη.
Η αγάπη δεν είναι μόνο εγγύτητα
Συχνά συνδέουμε την αγάπη με την άμεση διαθεσιμότητα, την επίλυση των προβλημάτων και την ανάγκη να τακτοποιηθούν όλα εδώ και τώρα. Ωστόσο, η συναισθηματική ωριμότητα μπορεί να σημαίνει ότι ορισμένες φορές η αγάπη εκφράζεται διαφορετικά σε μια παύση με νοιάξιμο για τη σχέση.
Μπορεί να σημαίνει να αντέχουμε προσωρινά τη δυσφορία που δημιουργεί μια εκκρεμότητα. Να ανεχόμαστε ότι ο σύντροφος, η αδερφή, η μητέρα μας είναι αναστατωμένοι χωρίς να προσπαθούμε να εξαλείψουμε αμέσως το συναίσθημά τους. Να εμπιστευόμαστε ότι η σχέση μπορεί να αντέξει ένα διάστημα απορρύθμισης χωρίς άμεση επίλυση.
Η ικανότητα να παραμένουμε συνδεδεμένοι ακόμη και μέσα στην αβεβαιότητα αποτελεί ένδειξη ασφάλειας και εμπιστοσύνης στη σχέση.
Η συναισθηματική ρύθμιση καλλιεργείται
Η συναισθηματική ρύθμιση δεν είναι χαρακτηριστικό που είτε διαθέτουμε είτε όχι. Είναι μια δεξιότητα που μπορεί να ενισχυθεί μέσα από την αυτοπαρατήρηση, την κατανόηση των προσωπικών μας πυροδοτήσεων, την ανάπτυξη μεγαλύτερης επίγνωσης του σώματος και τη δημιουργία ασφαλών σχέσεων.
Όσο περισσότερο μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε το πώς λειτουργεί το νευρικό μας σύστημα, τόσο περισσότερο μπορούμε να επιλέγουμε πώς θα ανταποκριθούμε αντί να αντιδρούμε αυτόματα.
Οι υγιείς σχέσεις δεν χαρακτηρίζονται από την απουσία συγκρούσεων, αλλά από την ικανότητα των ανθρώπων να επιστρέφουν ξανά και ξανά στη σύνδεση. Είτε πρόκειται για συντροφική σχέση, είτε για σχέση γονέα παιδιού. Και αυτή η επιστροφή γίνεται πολύ πιο εφικτή όταν μπορούμε πρώτα να ρυθμίσουμε τον εαυτό μας.
Ένας σημαντικός δείκτης ψυχολογικής ωριμότητας είναι η ικανότητά μας να παρατηρούμε τον εαυτό μας με επίγνωση και να αναστοχαζόμαστε τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις μας. Να μπορούμε, δηλαδή, να αναγνωρίζουμε πότε μια σκέψη είναι απόλυτη, πότε μια αντίδραση πηγάζει από φόβο ή ανασφάλεια και πότε μια συμπεριφορά μας μπορεί να περιορίζει τη σύνδεση με τους άλλους. Αυτή η ικανότητα αυτοπαρατήρησης μας επιτρέπει να μην ταυτιζόμαστε πλήρως με τις αυτόματες αντιδράσεις μας, αλλά να μαθαίνουμε από αυτές, να αναλαμβάνουμε την ευθύνη τους και να εξελισσόμαστε συναισθηματικά μέσα από τις σχέσεις μας.



