συναισθηματική ρύθμιση• 5 λεπτά ανάγνωσης• 2/12/2025 (303 ημέρες πριν)

Οι ρίζες της συναισθηματικής απορρύθμισης.

Μαρία Νικοπούλου
Ψυχολόγος Α.Π.Θ., MSc – Gestalt Ψυχοθεραπεύτρια

Οι ρίζες της συναισθηματικής απορρύθμισης.

Βρίσκομαι στην ουρά σε ένα γνωστό βιβλιοπωλείο της πόλης, περιμένοντας στη σειρά για να παραλάβω την παραγγελία μου. Παρατηρώ μια γυναίκα που επικοινωνεί με την ταμία με έντονες σωματικές εκφράσεις δυσφορίας. Γρήγορα καταλαβαίνω ότι η αντίδρασή της αφορά τη μάταιη αναμονή της εκεί καθώς το συγκεκριμένο σημείο αφορούσε μόνο την παραλαβή παραγγελιών ενώ τα ταμεία που έψαχνε βρίσκονταν στον επάνω όροφο. Παρόλα αυτά, η ένταση της στράφηκε προς την υπάλληλο, προσωποποιώντας μια κατάσταση που στην πραγματικότητα αποτελεί πολιτική της εταιρίας.


Σκέφτομαι πόσες φορές στρέφουμε την απογοήτευση ή τον θυμό μας σε ανθρώπους που συγκυριακά βρίσκονται μπροστά μας, νιώθοντας ότι μπορούμε εκεί να διοχετεύσουμε τα συναισθήματά μας… Ένας δυσανάλογος θυμός για μια ταλαιπωρία στη σειρά, στο δρόμο ή στη δουλειά. Τα συσσωρευμένα και μη ρυθμισμένα συναισθήματα καταχωρούνται μέσα μας και ψάχνουν αφορμές να ξεπηδήσουν και να εκφραστούν. Όταν νιώθουμε περισσότερη ένταση από αυτή που είμαστε σε θέση να επεξεργαστούμε, ενεργοποιείται η αμυγδαλή, ένα τμήμα του εγκεφάλου που συμμετέχει στην ανίχνευση κινδύνου και στη συναισθηματική αξιολόγηση γενικότερα.


Σύμφωνα με νευροαπεικονιστικές έρευνες, όταν η αμυγδαλή ενεργοποιείται έντονα, η ικανότητα του προμετωπιαίου φλοιού να ρυθμίζει την παρορμητικότητα και τη λογική σκέψη μπορεί να μειώνεται προσωρινά, δυσχεραίνοντας τον έλεγχο των παρορμήσεων (LeDoux, 1996· Ochsner & Gross, 2005). Αυτός ο μηχανισμός αποτελεί φυσιολογική αντίδραση του νευρικού συστήματος και έχει προστατευτικό χαρακτήρα: το σώμα προτεραιοποιεί την επιβίωση μέσω σωματικών και συναισθηματικών αντιδράσεων. Ωστόσο, η συνέπεια είναι ότι εντείνεται το συναίσθημα, αυξάνεται η εσωτερική ένταση και δυσκολευόμαστε να εκφραστούμε ή να σκεφτούμε καθαρά. Σε πολλές περιπτώσεις, ο μηχανισμός που υπάρχει για να μας προστατεύει μπορεί να δυσκολεύει τη σύνδεση με τον εαυτό μας και τους άλλους.


Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Γιατί κάτι που δημιουργήθηκε για να μας κρατάει ζωντανούς, καταλήγει να μας επιβαρύνει;


Η συναισθηματική απορρύθμιση μπορεί επίσης να συμβεί όταν δυσκολευόμαστε να εντοπίσουμε τι νιώθουμε. Άτομα με περιορισμένη συναισθηματική επίγνωση τείνουν να εμφανίζουν μεγαλύτερη αντιδραστικότητα σε στρεσογόνα ερεθίσματα, καθώς μπορεί να μην διαθέτουν τρόπους εσωτερικής οργάνωσης των συναισθημάτων τους (Taylor et al., 1997). Δεν σημαίνει ότι όλα τα άτομα με περιορισμένη συναισθηματική επίγνωση αντιδρούν υπερβολικά, αλλά υπάρχει αυξημένη πιθανότητα δυσκολίας στη διαχείριση έντονων συναισθημάτων.


Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει παλαιότερο τραύμα ή χρόνιο στρες, ακόμη και ένα φαινομενικά ασήμαντο ερέθισμα μπορεί να επανενεργοποιήσει μνημονικά ίχνη και το σώμα να εισέλθει σε κατάσταση κινδύνου. Το παρόν βιώνεται σαν το παρελθόν, σαν να χρειάζεται να παλέψω για να επιβιώσω. Έρευνες στη νευροβιολογία του τραύματος έχουν δείξει ότι το χρόνιο τραυματικό στρες συσχετίζεται με υπερλειτουργία της αμυγδαλής και υπολειτουργία του ιππόκαμπου, ο οποίος βοηθά στη διάκριση του «τότε» από το «τώρα» (van der Kolk, 2014; Bremner, 2006). Αυτό σημαίνει ότι ένα συνηθισμένο εξωτερικό ερέθισμα μπορεί να ενεργοποιεί σωματικές μνήμες του παρελθόντος, ακόμη κι όταν το μυαλό μας δεν το συνειδητοποιεί. Αυτό όμως δεν συμβαίνει σε όλα τα άτομα με τραυματικές εμπειρίες, καθώς υπάρχει μεγάλη ατομική διαφοροποίηση.


Παράλληλα, όταν δεν έχουμε μεγαλώσει σε περιβάλλον όπου οι γονείς ή αυτοί που μας φρόντιζαν ήταν συναισθηματικά διαθέσιμοι και σταθεροί, δεν μαθαίνουμε εύκολα πώς να ρυθμίζουμε τα δικά μας συναισθήματα. Από τη βρεφική ηλικία, η ικανότητα συναισθηματικής ρύθμισης αναπτύσσεται μέσα από τη διαδικασία της συν-ρύθμισης (co-regulation), δηλαδή την επεξεργασία συναισθημάτων μέσω ενός άλλου ανθρώπου. Οι έρευνες της θεωρίας προσκόλλησης δείχνουν ότι όταν το πρόσωπο που μας φροντίζει μπορεί να προσφέρει σταθερότητα και αναγνωρίζει με ασφάλεια τα συναισθήματά μας, τότε ο εγκέφαλός μας μαθαίνει να διαχειρίζεται το στρες και να οργανώνει τα συναισθήματά του (Bowlby, 1988· Schore, 2001).


Αντίθετα, όταν το πρόσωπο που μας φροντίζει είναι απρόβλεπτο, απορρυθμισμένο ή συναισθηματικά απόμακρο, το παιδί μπορεί να δυσκολεύεται να αναπτύξει εσωτερικά συστήματα αυτορρύθμισης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το παιδί μαθαίνει να προσαρμόζεται στα συναισθήματα του ενήλικα για να εξασφαλίσει την ασφάλεια που τόσο χρειάζεται για να μεγαλώσει. Έτσι μαθαίνει να αναπτύσσει συχνά υπερδιέγερση ή υποδιέγερση, που ενδέχεται να επηρεάσουν τη διαχείριση έντονων συναισθημάτων του ως ενήλικας. Αυτό φυσικά δεν ισχύει σε απόλυτο βαθμό για όλα τα παιδιά· υπάρχουν προστατευτικοί παράγοντες και ατομικές διαφοροποιήσεις.


Κατά τα σχολικά χρόνια, κάποια παιδιά μπορεί να διακατέχονται από παρορμητικότητα, επιθετικότητα, άγχος αποχωρισμού και έντονες αλλαγές διάθεσης. Συνήθως αντιμετωπίζουν προβλήματα με τον ύπνο, τις σχέσεις με συνομηλίκους, μαθησιακές δυσκολίες και συμπεριφορικά ζητήματα στην τάξη. Στην εφηβεία, κάποια μπορεί να εκδηλώνουν εξαρτητικές συμπεριφορές, όπως αυτοτραυματισμούς ή χρήση ουσιών, για να διαχειριστούν την εσωτερική αναστάτωση ή την αποκοπή από τα συναισθήματά τους.


Αυτό επιβεβαιώνει και η σύγχρονη κλινική γνώση γύρω από το τραύμα: η Polyvagal Theory (Porges, 2011), μια θεωρία που υποστηρίζει ότι το νευρικό σύστημα οργανώνει την εμπειρία μας με βάση την αίσθηση ασφάλειας ή απειλής. Όταν νιώθουμε ασφαλείς, το παρασυμπαθητικό σύστημα υποστηρίζει κοινωνική σύνδεση και ρύθμιση. Συγκεκριμένα, όταν νιώθουμε κίνδυνο, ενεργοποιούνται αυτόματα σωματικές αντιδράσεις μάχης, φυγής ή παγώματος (fight, flight or freeze) που θα αυξήσουν τις πιθανότητες επιβίωσης. Αν στην παιδική μας ηλικία η ασφάλεια δεν ήταν σταθερή, το νευρικό μας σύστημα μπορεί να μάθει να ζει σε μια κατάσταση χρόνιας επιφυλακής, με αποτέλεσμα να αντιδρά υπερβολικά σε καθημερινές στρεσογόνες καταστάσεις, όπως η οδήγηση, όπου παρατηρούμε ξεσπάσματα, θυμό ή αιφνίδια ένταση.


Η συναισθηματική απορρύθμιση λοιπόν δεν αποτελεί αδυναμία χαρακτήρα, αλλά αποτέλεσμα νευροβιολογικών διεργασιών, σχέσεων, εμπειριών και μαθημένων τρόπων επιβίωσης και αντίδρασης. Η κατανόησή της μέσα από την επιστήμη και τη θεωρία του σχεσιακού τραύματος μας επιτρέπει να την αντιμετωπίσουμε με περισσότερη αυτουποστήριξη και επίγνωση.


Βιβλιογραφία:


Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. London: Routledge.

Bremner, J. D. (2006). Traumatic stress: Effects on the brain. Dialogues in Clinical Neuroscience, 8(4), 445–461.

LeDoux, J. E. (1996). The emotional brain: The mysterious underpinnings of emotional life. Simon & Schuster.

Ochsner, K. N., & Gross, J. J. (2005). The cognitive control of emotion. Trends in Cognitive Sciences, 9(5), 242–249.

Porges, S. W. (2011). The polyvagal theory: Neurophysiological foundations of emotions, attachment, communication, and self-regulation. W. W. Norton & Company.

Schore, A. N. (2001). Effects of a secure attachment relationship on right brain development, affect regulation, and infant mental health. Infant Mental Health Journal, 22(1-2), 7–66.

Taylor, G. J., Bagby, R. M., & Parker, J. D. A. (1997). Disorders of affect regulation: Alexithymia in medical and psychiatric illness. Cambridge University Press.

Van der Kolk, B. A. (2014). The body keeps the score: Brain, mind, and body in the healing of trauma.

........................
Πίσω στα Άρθρα

Μοιραστείτε μια σκέψη

Φόρτωση σχολίων...

Χρειάζεστε υποστήριξη σε αυτό το θέμα;

Ατομική Ψυχοθεραπεία