H απόφαση να απευθυνθεί κανείς σε έναν ψυχολόγο συχνά συνοδεύεται από αμφιβολίες, αναβολές και προσπάθειες να κρατήσουμε σε απόσταση όσα μας δυσκολεύουν. Δεν είναι σπάνιο να καταφεύγουμε σε κάθε λογής περισπασμούς, αποφεύγοντας τη συνάντηση με κάτι που φανταζόμαστε ως επώδυνο, απαιτητικό, χρονοβόρο ή οικονομικά επιβαρυντικό. Κι όμως, πολλές φορές αυτό που φοβίζει περισσότερο δεν είναι η θεραπεία, αλλά η πιθανότητα να έρθουμε σε ουσιαστική επαφή με όσα μέχρι σήμερα αποφεύγαμε να δούμε. Πολλοί άνθρωποι αναρωτιούνται αν «έχουν αρκετά σοβαρό πρόβλημα», αν μπορούν να τα καταφέρουν μόνοι τους ή αν η δυσκολία που βιώνουν είναι απλώς μια παροδική φάση που θα περάσει από μόνη της.
Είναι κατανοητό να διστάζει κανείς. Η αναζήτηση βοήθειας συχνά σημαίνει ότι χρειάζεται να αναγνωρίσουμε πως κάτι στη ζωή μας δεν λειτουργεί όπως θα θέλαμε, και αυτή η παραδοχή δεν είναι πάντα εύκολη. Πολλές φορές περιμένουμε να περάσει μόνο του, ελπίζουμε ότι μια νέα σχέση, μια αλλαγή στις συνθήκες ή η υποστήριξη των κοντινών μας ανθρώπων θα λύσει αυτό που μας δυσκολεύει. Άλλοτε πάλι εγκλωβιζόμαστε σε μια αίσθηση αδυναμίας ή απογοήτευσης και καταλήγουμε να στρέφουμε τον θυμό προς τον εαυτό μας, παραμένοντας ακίνητοι μπροστά σε όσα θα θέλαμε να αλλάξουμε.
Η κατανόηση αυτής της δυσκολίας είναι σημαντική. Ταυτόχρονα, έρχεται κάποια στιγμή που η αναμονή και η αναβολή παύουν να αποτελούν λύσεις. Η ψυχοθεραπεία δεν μπορεί να αλλάξει τη ζωή μας για λογαριασμό μας, μπορεί όμως να μας βοηθήσει να αναγνωρίσουμε τις επιλογές που έχουμε, να κατανοήσουμε τι μας κρατά στάσιμους και να αναλάβουμε πιο συνειδητά την ευθύνη για τον τρόπο που θέλουμε να ζήσουμε και να σχετιστούμε. Μπορεί να αποτελέσει έναν χώρο όπου δεν χρειάζεται να προσποιηθούμε ότι είμαστε καλά, δυνατοί ή ότι έχουμε όλες τις απαντήσεις. Έναν χώρο όπου μπορούμε να υπάρξουμε όπως είμαστε, πριν ακόμη καταφέρουμε να γίνουμε όπως χρειαζόμαστε.
Στην πραγματικότητα, η ψυχοθεραπεία δεν αφορά μόνο περιόδους έντονης κρίσης. Δεν είναι μια διαδικασία που απευθύνεται αποκλειστικά σε όσους υποφέρουν από σοβαρές ψυχικές διαταραχές ή βρίσκονται σε αδιέξοδο. Συχνά, η αναζήτηση βοήθειας ξεκινά από κάτι πολύ πιο διακριτικό: μια αίσθηση ότι ο τρόπος με τον οποίο ζούμε, σχετιζόμαστε ή αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας δεν μας εκφράζει πλέον ή δεν μας επιτρέπει να ζούμε με την πληρότητα που επιθυμούμε.
Συχνή είναι η αίσθηση ότι σε κάποιους τομείς της ζωής μου συνεχίζω να αντιδρώ σαν να βρίσκομαι σε μια παλαιότερη αναπτυξιακή φάση του εαυτού μου. Σαν κάποια κομμάτια μου να μην έχουν προχωρήσει με τον ίδιο ρυθμό και να εμφανίζονται στιγμές όπου, ενώ οι συνθήκες απαιτούν μια ενήλικη στάση, εγώ νιώθω να κατακλύζομαι από έναν πιο παιδικό ή εφηβικό τρόπο αντίδρασης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει κάτι «λάθος» ή ανεπαρκές μέσα μου. Συχνά πρόκειται για κομμάτια του εαυτού που διαμορφώθηκαν σε διαφορετικές περιόδους της ζωής και συνεχίζουν να αναζητούν αναγνώριση, ασφάλεια ή φροντίδα. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει ώστε αυτά τα διαφορετικά κομμάτια να συναντηθούν, να γίνουν πιο συνειδητά και να ενσωματωθούν σε μια πιο ολοκληρωμένη και ενήλικη αίσθηση του εαυτού.
Από μια υπαρξιακή και σχεσιακή οπτική, το ερώτημα δεν είναι μόνο «τι πρόβλημα έχω;», αλλά και «πώς ζω;», «πώς σχετίζομαι;», «τι επαναλαμβάνεται στη ζωή μου;», «τι προσπαθεί να μου πει αυτή η δυσκολία;».
Όταν ο πόνος επιμένει
Υπάρχουν στιγμές που η θλίψη, το άγχος, η απογοήτευση ή το αίσθημα κενού παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα και αρχίζουν να επηρεάζουν την καθημερινότητα, τις σχέσεις ή την αίσθηση νοήματος στη ζωή.
Μπορεί να αισθανόμαστε εξαντλημένοι χωρίς να καταλαβαίνουμε ακριβώς γιατί. Να δυσκολευόμαστε να χαρούμε, να συγκεντρωθούμε ή να νιώσουμε κοντά στους ανθρώπους που αγαπάμε. Άλλοτε τα συμπτώματα εμφανίζονται πιο έντονα μέσα από κρίσεις πανικού, επίμονη ανησυχία, ψυχοσωματικές ενοχλήσεις, καταναγκασμούς ή έντονες συναισθηματικές μεταπτώσεις.
Η ψυχοθεραπεία δεν έρχεται να «εξαλείψει» απλώς αυτά τα συμπτώματα. Έρχεται να δημιουργήσει τον χώρο ώστε να διερευνηθεί τι εκφράζουν και τι νόημα αποκτούν μέσα στη συνολική εμπειρία μας.
Όταν τα ίδια μοτίβα επαναλαμβάνονται
Μερικές φορές δεν είναι η ένταση του πόνου που οδηγεί κάποιον στην ψυχοθεραπεία, αλλά η επανάληψη είτε σε κάτι μέσα μου είτε σε κάτι που παρατηρώ στις σχέσεις μου.
Ίσως οι σχέσεις να καταλήγουν ξανά και ξανά σε παρόμοιες συγκρούσεις και αδιέξοδα. Ίσως να υπάρχει διαρκής φόβος εγκατάλειψης, δυσκολία εμπιστοσύνης, ανάγκη ελέγχου ή αίσθηση ότι οι ανάγκες των άλλων μπαίνουν πάντοτε πάνω από τις δικές μας και ότι εμείς μπαίνουμε συστηματικά στους ίδιους ρόλους.
Συχνά αυτά τα μοτίβα δεν είναι τυχαία. Έχουν διαμορφωθεί μέσα από προηγούμενες εμπειρίες και σχέσεις και συνεχίζουν να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ερχόμαστε σε επαφή με τον εαυτό μας και τους άλλους.
Η θεραπευτική σχέση μπορεί να αποτελέσει έναν χώρο όπου αυτά τα μοτίβα γίνονται ορατά όχι μόνο ως αντικείμενο συζήτησης αλλά και ως ζωντανή εμπειρία που αναδύεται στη θεραπευτική διαδικασία. Μέσα από αυτή την επίγνωση δημιουργείται η δυνατότητα νέων τρόπων επαφής και επιλογής.
Όταν νιώθω ότι έχω απομακρυνθεί από τον εαυτό μου
Υπάρχουν περίοδοι που δεν κυριαρχεί απαραίτητα κάποιο έντονο σύμπτωμα, αλλά μια αίσθηση αποξένωσης.
Κάποιος μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά, να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του και παρ’ όλα αυτά να νιώθει ότι ζει περισσότερο σύμφωνα με προσδοκίες παρά σύμφωνα με αυτό που πραγματικά επιθυμεί. Να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τι αισθάνεται, τι χρειάζεται ή τι έχει νόημα για τον ίδιο.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει μια διαδικασία επανασύνδεσης με την προσωπική εμπειρία, τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις αξίες που συχνά χάνονται μέσα στις απαιτήσεις της καθημερινότητας ή στις προσδοκίες των άλλων.
Όταν μια σημαντική αλλαγή φέρνει αναστάτωση
Απώλειες, χωρισμοί, μεταβάσεις, αλλαγές στην εργασία, γονεϊκότητα, ασθένεια ή άλλες σημαντικές καμπές της ζωής μπορούν να κινητοποιήσουν βαθιά συναισθήματα και υπαρξιακά ερωτήματα.
Ακόμη και οι θετικές αλλαγές συχνά συνοδεύονται από αβεβαιότητα, φόβο ή αίσθηση αποπροσανατολισμού.
Σε αυτές τις στιγμές, η ψυχοθεραπεία μπορεί να προσφέρει έναν ασφαλή χώρο επεξεργασίας, ώστε η μετάβαση να μην βιωθεί μόνο ως απώλεια σταθερότητας αλλά και ως ευκαιρία αναπροσδιορισμού.
Όταν θέλω να κατανοήσω βαθύτερα τον εαυτό μου
Δεν χρειάζεται να υπάρχει κάποια κρίση για να ξεκινήσει κανείς ψυχοθεραπεία.
Πολλοί άνθρωποι αναζητούν θεραπεία επειδή επιθυμούν μεγαλύτερη αυτογνωσία, πιο αυθεντικές σχέσεις, μεγαλύτερη συναισθηματική ελευθερία ή μια πιο συνειδητή σχέση με τη ζωή τους.
Από την οπτική της Gestalt θεραπείας, η επίγνωση δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Είναι η βάση πάνω στην οποία μπορεί να αναδυθεί η δυνατότητα επιλογής. Όσο περισσότερο κατανοούμε τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας, τους άλλους και τον κόσμο, τόσο περισσότερες δυνατότητες έχουμε να ανταποκριθούμε δημιουργικά στις προκλήσεις της ζωής.
Η ψυχοθεραπεία ως χώρος συνάντησης
Ίσως το σημαντικότερο κριτήριο για να απευθυνθεί κάποιος σε ψυχολόγο να μην είναι η σοβαρότητα του προβλήματος αλλά η αίσθηση ότι κάτι μέσα του ζητά να ακουστεί, να κατανοηθεί ή να βρει έναν διαφορετικό τρόπο ύπαρξης.
Η ψυχοθεραπεία δεν είναι ένας χώρος όπου κάποιος έρχεται για να του πουν τι πρέπει να κάνει. Είναι ένας χώρος συνάντησης, διερεύνησης και διαλόγου. Ένας χώρος όπου η προσωπική εμπειρία μπορεί να βρει χώρο να αναδυθεί, να αποκτήσει νόημα και να συνδεθεί με νέες δυνατότητες.
Μερικές φορές η αναζήτηση στήριξης δεν ξεκινά επειδή δεν αντέχουμε άλλο αυτό που ζούμε. Ξεκινά επειδή επιθυμούμε να ζήσουμε με μεγαλύτερη επίγνωση, αυθεντικότητα και ελευθερία απέναντι σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που μπορούμε να γίνουμε.



