Aπό τη γέννηση μας έως το γήρας, όλοι μας καλούμαστε να περάσουμε μέσα από ορισμένα αναπτυξιακά στάδια που αφορούν την ψυχοκοινωνική μας εξέλιξη. Η θεωρία των ψυχοκοινωνικών σταδίων ανάπτυξης του Erik Erikson (1902–1994) ανέδειξε τη σημασία του κοινωνικού και συναισθηματικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της ψυχικής ανθεκτικότητας ήδη από την αρχή της ζωής.
Ο Erikson περιέγραψε οκτώ στάδια, καθένα από τα οποία χαρακτηρίζεται από μια βασική σύγκρουση — εσωτερική ή εξωτερική. Η επίλυση αυτής της σύγκρουσης οδηγεί στην ανάπτυξη μιας ψυχικής ικανότητας απαραίτητης για τις επόμενες φάσεις της ζωής. Κανένα στάδιο δεν είναι πλήρως αποκομμένο από το προηγούμενο· κάθε ένα οικοδομείται πάνω στα θεμέλια των προηγούμενων εμπειριών. Έτσι, η «επιτυχία» ή η «αποτυχία» σε ένα στάδιο δεν είναι απόλυτες, αλλά αποτυπώνουν τον βαθμό στον οποίο ο αναπτυσσόμενος οργανισμός απέκτησε τα ψυχικά εφόδια που χρειάζεται για να προχωρήσει ομαλά.
Μακροχρόνιες έρευνες, όπως η Minnesota Longitudinal Study of Risk and Adaptation (Sroufe et al., 2005), δείχνουν ότι οι πρώιμες εμπειρίες προσκόλλησης με τα πρόσωπα φροντίδας επηρεάζουν καθοριστικά τον τρόπο που οι άνθρωποι σχετίζονται, ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους και επιλέγουν να ζήσουν. Όταν η εμπιστοσύνη δεν κατακτηθεί στα πρώτα χρόνια, μπορεί να εγκαθιδρυθεί μια εσωτερική πεποίθηση ότι ο κόσμος και οι άλλοι δεν είναι ασφαλείς, κάτι που θα διαπεράσει όλες τις μελλοντικές σχέσεις.
Η αίσθηση Εμπιστοσύνης απέναντι στη Δυσπιστία (0–1 έτος)
Το βρέφος όντας σε απόλυτη εξάρτηση από τους φροντιστές του, όταν οι σωματικές και συναισθηματικές του ανάγκες ικανοποιούνται, εσωτερικεύει μια ασφαλή αίσθηση για τον κόσμο και τις σχέσεις. Όταν για παράδειγμα ο γονιός ανταποκρίνεται με συνέπεια στο κλάμα του, δεν το αφήνει μόνο στον πόνο του αλλά σπεύδει να το παρηγορήσει και να το φροντίσει, εκείνο αναπτύσσει την εσωτερική πεποίθηση ότι «είναι ασφαλές να εξαρτώμαι». Αντίθετα, η ασυνέπεια, η παραμέληση ή η απόρριψη καλλιεργεί ένα αίσθημα δυσπιστίας και φόβου απέναντι στους άλλους και τον κόσμο. Η επιτυχής επίλυση του σταδίου οδηγεί στην αίσθηση βασικής εμπιστοσύνης, ενώ η αποτυχία στην ανασφάλεια και τη δυσκολία συναισθηματικής σύνδεσης και εξάρτησης. Σύμφωνα με μια από τις σημαντικότερες θεωρίες στην ψυχολογία, τη θεωρία δεσμού του Bowlby (1988), η ασφάλεια αυτή θα διαμορφώσει ένα εσωτερικό μοντέλο για το πώς λειτουργούν οι σχέσεις καθορίζοντας τον τρόπο σύνδεσης με τον εαυτό και τους άλλους.
Αυτονομία έναντι Ντροπής και Αμφιβολίας (1–3 ετών)
Το παιδί αρχίζει να αναπτύσσει την αίσθηση της ανεξαρτησίας μέσα από την ολοένα αυξανόμενη ικανότητα εξερεύνησης αλλά και μέσα από τον έλεγχο των σωματικών του λειτουργιών. Για παράδειγμα ένα παιδί που ενθαρρύνεται να δοκιμάζει να ντύνεται μόνο του, αισθάνεται πιο αυτόνομο. Αν όμως οι προσπάθειές του αντιμετωπιστούν με υπερβολική αυστηρότητα ή γελοιοποίηση, εκεί αρχίζει να αναπτύσσεται ντροπή και ανασφάλεια που θα επηρεάζουν τον τρόπο που θα εξερευνά τον κόσμο. Η επιτυχής έκβαση αυτού του σταδίου λοιπόν οδηγεί σε αυτονομία και αυτοπεποίθηση, ενώ η αποτυχία σε αμφιβολία για τις ικανότητες του εαυτού ή υπερβολική εξάρτηση από τους άλλους.
Πρωτοβουλία έναντι Ενοχής (3–6 ετών)
Το παιδί επιδιώκει να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και να εξερευνά το περιβάλλον του. Αν ενθαρρυνθεί, αναπτύσσει μια αίσθηση σκοπού. Αν όμως τιμωρηθεί ή κριθεί υπερβολικά, γεννιέται η ενοχή για την αυθόρμητη έκφρασή του. Για παράδειγμα ένα παιδί που προσπαθεί να φάει μόνο του ή να βοηθήσει στο σπίτι και λαμβάνει υποστήριξη σε αυτό μαθαίνει ότι η πρωτοβουλία είναι αποδεκτή και επιθυμητή από το περιβάλλον. Αν του φωνάξουν επειδή «ανακατεύεται» ή δεν κάνει κάτι καλά, μπορεί να μάθει ότι θα πρέπει να αποφεύγει να παίρνει πρωτοβουλίες. Έτσι, εσωτερικεύει αισθήματα ντροπής πιστεύοντας ότι δεν κάνει αρκετά καλή δουλειά ή ακόμα χειρότερο ότι το ίδιο δεν είναι αρκετά καλό. Αρχίζει δηλαδή να υπονομεύεται η αυθεντική επαφή του παιδιού με το περιβάλλον και η πίστη του στην ικανότητά του να εκφράζει τις ανάγκες του χωρίς να φοβάται την απόρριψη.
Εργατικότητα έναντι Κατωτερότητας (6–12 ετών)
Κατά τη διάρκεια της σχολικής ηλικίας το παιδί αναπτύσσει ικανότητες, συνεργάζεται και αποκομίζει αναγνώριση και αυτοπεποίθηση μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Αν υπάρχει επιβράβευση για την προσπάθειά του, ενισχύεται η αίσθηση της επάρκειας και της αίσθησης ότι μπορεί να καταφέρει πράγματα. Αντίθετα, η συνεχής σύγκριση ή η αποτυχία χωρίς υποστήριξη δημιουργούν αίσθημα κατωτερότητας και ανασφάλειας.
Ταυτότητα έναντι Σύγχυσης Ρόλων (εφηβεία)
Ο έφηβος αναζητά την απάντηση στο «ποιος-α είμαι;». Διαμορφώνει αξίες, στόχους και ταυτότητα φύλου και κοινωνικού ρόλου. Αν οι εμπειρίες είναι χαοτικές ή απορριπτικές, μπορεί να προκύψει σύγχυση ρόλων. Σύγχρονες θεωρήσεις επεκτείνουν αυτή τη φάση έως την τρίτη δεκαετία της ζωής, υποστηρίζοντας ότι η ταυτότητα συνεχίζει να διαμορφώνεται και στην πρώιμη ενήλικη ζωή. Έρευνες σχετικά με την ανάπτυξη του εγκεφάλου, δείχνουν ότι τα τμήματα εκείνα που σχετίζονται με τη λήψη αποφάσεων, τον έλεγχο των παρορμήσεων και τη συναισθηματική ρύθμιση συνεχίζουν να ωριμάζουν μέχρι τα 25 έτη. Έτσι χρειάζεται να έχουμε στο μυαλό μας ένα διευρυμένο χρονικό πλαίσιο για την εφηβεία και όχι ότι συντελείται μέχρι τα 18 και άρα να θεωρούμε φυσιολογικό η διαμόρφωση της απάντησης στο ερώτημα «ποιος-α είμαι;» να συνεχίζει να διαμορφώνεται και μετά τα 20.
Οικειότητα έναντι Απομόνωσης (ενήλικη ζωή)
Η ικανότητα για στενή συναισθηματική σύνδεση βασίζεται στην αίσθηση ταυτότητας που έχει ήδη διαμορφωθεί από όλα τα προηγούμενα στάδια. Όπως είδαμε πιο πάνω οι βάσεις για τον τρόπο που σχετιζόμαστε μπαίνουν ήδη από τη στιγμή της γέννησης. Όταν ένα άτομο έχει σταθερή εικόνα εαυτού, αίσθηση εμπιστοσύνης, νιώθει ότι μπορεί να πάρει πρωτοβουλίες και να είναι αυτόνομο, μπορεί να ανοιχθεί συναισθηματικά σε μια σχέση χωρίς φόβο απώλειας. Αντίθετα, η αποτυχία οδηγεί σε απομόνωση και δυσκολία συναισθηματικής εγγύτητας.
Παραγωγικότητα έναντι Στασιμότητας (μέση ενήλικη ζωή)
Σε αυτό το στάδιο, το άτομο αναζητά νόημα μέσα από τη δημιουργικότητα, την εργασία και τη φροντίδα των άλλων. Για παράδειγμα, η ενασχόληση με την ανατροφή παιδιών, την επαγγελματική εξέλιξη ή τη συμμετοχή σε κοινωνικά έργα ενισχύει την αίσθηση σκοπού. Αντίθετα, η απουσία αυτών οδηγεί σε στασιμότητα και ματαίωση.
Ακεραιότητα έναντι Απόγνωσης (γήρας)
Το άτομο κάνει απολογισμό της ζωής του. Αν αναγνωρίσει νόημα και συνέπεια στις εμπειρίες του, βιώνει αίσθηση πληρότητας. Αντίθετα, η αίσθηση ματαιότητας και οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες οδηγούν σε απόγνωση.
Κάθε στάδιο βασίζεται στο προηγούμενο. Για παράδειγμα, ένα παιδί που δεν έχει βιώσει εμπιστοσύνη στα πρώτα χρόνια, δυσκολεύεται αργότερα να αναπτύξει αίσθηση ασφάλειας και αυτοπεποίθησης. Οι συγκρούσεις που μένουν άλυτες δεν «εξαφανίζονται», αλλά μεταφέρονται στα επόμενα στάδια, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε, εργαζόμαστε και αγαπάμε. Η παραπάνω θεωρία δεν θα πρέπει να θεωρείται ένας απόλυτος οδηγός για το τι μας συμβαίνει ψυχικά, αλλά θα πρέπει να προσφέρει μια κατανόηση γιατί κάποιες δυσκολίες όταν συμβαίνουν σε συγκεκριμένα αναπτυξιακά στάδια, επηρεάζουν περισσότερο την ανάπτυξη του ατόμου.
Η ψυχοθεραπεία, μέσα από τη θεραπευτική σχέση, μπορεί να προσφέρει το διορθωτικό πλαίσιο όπου τα πρώιμα αναπτυξιακά τραύματα μπορούν να αναγνωριστούν, να επεξεργαστούν και να επουλωθούν.
Βιβλιογραφία:
Erikson, E. H. (1950). Childhood and Society. New York: Norton.
Erikson, E. H. (1968). Identity: Youth and Crisis. New York: Norton.
McLeod, S. (2018). Erik Erikson’s Theory of Psychosocial Development. Simply Psychology.
Sokol, J. T. (2009). Identity Development Throughout the Lifetime: An Examination of Eriksonian Theory. Graduate Journal of Counseling Psychology, 1(2).
Sroufe L. A. (2005). Attachment and development: a prospective, longitudinal study from birth to adulthood. Attachment & human development, 7(4), 349–367. https://doi.org/10.1080/14616730500365928
Crain, W. (2015). Theories of Development: Concepts and Applications. Pearson Education



