Υπάρχουν στιγμές που νιώθουμε πως αυτό που ζούμε είναι απλώς η πραγματικότητα. «Δεν είμαι αρκετά καλή.»«Οι άλλοι πάντα στο τέλος με απορρίπτουν». «Πρέπει να είμαι δυνατός-ή». «Αν δεν τα καταφέρω, σημαίνει ότι δεν αξίζω». «Έτσι είμαι εγώ». Οι σκέψεις αυτές μπορεί να μοιάζουν με αντικειμενικές αλήθειες. Σαν να περιγράφουν κάτι που υπάρχει εκεί έξω και εμείς απλώς το αναγνωρίζουμε. Όμως ένα σημαντικό μέρος της ψυχοθεραπείας ξεκινά ακριβώς από την αμφισβήτηση αυτής της βεβαιότητας:
Τι από αυτό που ονομάζουμε «πραγματικότητα» είναι κάτι που ανακαλύπτουμε και τι κάτι που κατασκευάζουμε;
Ο κοινωνικός κονστρουξιονισμός είναι ένα θεωρητικό ρεύμα στις κοινωνικές επιστήμες που υποστηρίζει ότι ο τρόπος με τον οποίο κατανοούμε την πραγματικότητα δεν διαμορφώνεται μόνο από όσα συμβαίνουν αντικειμενικά, αλλά και μέσα από τη γλώσσα, τις σχέσεις και το κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο ζούμε. Οι έννοιες που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε τον εαυτό μας, τους άλλους και τον κόσμο δεν είναι αυτονόητες ή απολύτως σταθερές· αποκτούν νόημα μέσα στην αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους και μπορούν, επομένως, να αλλάξουν.
Ο κοινωνικός κονστρουξιονισμός δεν υποστηρίζει ότι η πραγματικότητα δεν υπάρχει ή ότι «όλα είναι στο μυαλό μας». Μας καλεί, όμως, να δούμε ότι ο τρόπος με τον οποίο κατανοούμε τον εαυτό μας, τους άλλους και τον κόσμο διαμορφώνεται μέσα στις σχέσεις, στη γλώσσα, στην ιστορία και το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζούμε. Και αυτό έχει μεγάλη σημασία για την ψυχοθεραπεία γιατί η πραγματικότητα δεν υπάρχει χωρίς την ερμηνεία μας. Ο καθένας μας ζει μέσα σε έναν κόσμο που δεν αποτελείται μόνο από γεγονότα, αλλά και από νοήματα και σχέσεις.
Ένα παιδί που ακούει ξανά και ξανά «μην κλαις», «είσαι υπερβολικό», «είσαι τεμπέλα-ης», «δεν μπορείς να τα καταφέρεις», μπορεί σταδιακά να μάθει να αμφισβητεί αυτό που αισθάνεται, τις σκέψεις του αλλά και την ερμηνεία που δίνει σε αυτά. Ένα κορίτσι που μεγαλώνει ακούγοντας ότι η αξία της συνδέεται με την εμφάνισή της μπορεί να μάθει να κοιτάζει τον εαυτό της μέσα από τα μάτια των άλλων. Ένας άνθρωπος που έχει βιώσει επανειλημμένα απόρριψη μπορεί να αρχίσει να οργανώνει τις μελλοντικές του σχέσεις γύρω από το φόβο ότι θα συμβεί ξανά.
Έτσι, κάποια στιγμή, «αυτό μου συνέβη» μπορεί να μετατραπεί σε «αυτό είμαι». Και τότε η ερμηνεία γίνεται ταυτότητα. Ο κοινωνικός κονστρουξιονισμός ενδιαφέρεται ακριβώς για αυτή τη διαδικασία: για τον τρόπο με τον οποίο οι σημασίες που δίνουμε στην εμπειρία μας δεν δημιουργούνται σε ένα κοινωνικό κενό. Δημιουργούνται και αναπαράγονται μέσα στις σχέσεις και μέσα από τη γλώσσα και τις λέξεις που χρησιμοποιούμε. Δεν σημαίνει ότι μπορούμε να επιλέξουμε ελεύθερα οποιαδήποτε πραγματικότητα θέλουμε. Σημαίνει ότι ανάμεσα σε ένα γεγονός και στον τρόπο με τον οποίο αυτό το γεγονός αποκτά νόημα υπάρχει μια διαδικασία. Και αυτή η διαδικασία μπορεί να γίνει αντικείμενο θεραπείας.
«Έτσι είμαι» ή «έτσι έμαθα να υπάρχω»;
Μία από τις πιο σημαντικές μετακινήσεις που μπορεί να συμβούν στην ψυχοθεραπεία είναι η μετάβαση από την ιστορία στη διαδικασία. Από το: «Είμαι ανασφαλής.» στο: «Έχω μάθει να αμφιβάλλω για τον εαυτό μου.» Από το: «Δεν εμπιστεύομαι κανέναν.» στο: «Έχω μάθει να προστατεύομαι γιατί με έχουν πληγώσει.» Από το: «Είμαι πολύ ευαίσθητη.» στο: «Έχω μάθει να αντιλαμβάνομαι πολύ έντονα όσα συμβαίνουν στις σχέσεις μου.»
Η πρώτη διατύπωση περιγράφει μια σταθερή ταυτότητα. Η δεύτερη αφήνει χώρο για την ιστορία, τις συνθήκες και την αλλαγή.
Μας λέει: «Ας δούμε πώς δημιουργήθηκε αυτή η εικόνα του εαυτού σου και τι άλλο μπορεί να υπάρχει πέρα από αυτήν.»
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του κοινωνικού κονστρουξιονισμού είναι η σημασία που δίνει στη γλώσσα, γιατί δεν περιγράφει μόνο την εμπειρία μας — διαμορφώνει τον τρόπο που σκεφτόμαστε για αυτή.
Οι λέξεις με τις οποίες μιλάμε για τον εαυτό μας δεν είναι ουδέτερες. Άλλο είναι να πω: «Έχω αποτύχει.» και άλλο: «Αυτό που προσπάθησα δεν πήγε όπως περίμενα.» Άλλο: «Είμαι προβληματικός άνθρωπος.» και άλλο: «Υπάρχει ένα κομμάτι της συμπεριφοράς μου που δυσκολεύομαι να καταλάβω.» Άλλο: «Με απέρριψε επειδή δεν αξίζω.» και άλλο: «Η σχέση αυτή δεν εξελίχθηκε όπως θα ήθελα και το βίωσα ως απόρριψη.» Η αλλαγή της γλώσσας δεν εξαφανίζει τον πόνο. Μπορεί όμως να αλλάξει τον χώρο και τον τρόπο που τον βιώνουμε. Γιατί όταν μια εμπειρία γίνεται ταυτότητα, μοιάζει ακίνητη και δεδομένη. Άλλα όταν γίνεται ένα κομμάτι της προσαρμογής μας στο περιβάλλον, μπορεί να κατανοηθεί και να διερευνηθεί. Και όταν γίνει αυτό, μπορεί να αποκτήσει καινούργιο νόημα.
Τι σχέση έχει αυτό με το πώς αισθανόμαστε;
Συχνά θεωρούμε ότι πρώτα υπάρχει το συναίσθημα και μετά η ερμηνεία του. Στην πραγματικότητα, τα δύο συνδέονται πολύ στενά. Δεν βιώνουμε απλώς ένα γεγονός. Βιώνουμε το γεγονός όπως το καταλαβαίνουμε. Ένα μήνυμα που δεν απαντήθηκε μπορεί να γίνει: «Με αγνοεί.» και να προκαλέσει θυμό. Μπορεί να γίνει: «Έκανα κάτι λάθος.» και να προκαλέσει άγχος ή ντροπή. Μπορεί να γίνει: «Μάλλον χρειάζεται χρόνο.» και να μην προκαλέσει σχεδόν καμία αναστάτωση. Το γεγονός μπορεί να είναι το ίδιο. Η εμπειρία και η ερμηνεία του, όμως, αλλάζουν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα συναισθήματά μας είναι «λάθος» ή ότι πρέπει απλώς να σκεφτόμαστε θετικά. Σημαίνει ότι το συναίσθημα βρίσκεται σε διαρκή σχέση με το νόημα που δίνουμε σε αυτό που συμβαίνει. Γι' αυτό και η ψυχοθεραπεία δεν προσπαθεί μόνο να μας κάνει να «νιώθουμε καλύτερα». Προσπαθεί να κατανοήσει πώς δημιουργείται ο τρόπος με τον οποίο νιώθουμε και να διευρύνει τυχόν αυστηρά και άκαμπτα σενάρια που μπορεί να υιοθετούμε για τον εαυτό μας και τις σχέσεις.
Η ψυχοθεραπεία ως χώρος όπου η πραγματικότητα μπορεί να ξαναερμηνευτεί
Υπό αυτή την οπτική, η ψυχοθεραπεία δεν είναι ένας χώρος όπου η ειδικός γνωρίζει την «αντικειμενική αλήθεια» για τον-την θεραπευόμενο-η και την αποκαλύπτει. Είναι περισσότερο ένας χώρος συνάντησης. Οι θεραπευόμενοι φέρνουν τον τρόπο με τον οποίο καταλαβαίνουν τον εαυτό τους, τη ζωή και τις σχέσεις τους. Η ψυχοθεραπεύτρια φέρνει τη δική της παρουσία, τις ερωτήσεις της, τη ματιά της και συνδιαμορφώνει τη θεραπευτική σχέση. Και ανάμεσα στους δύο μπορεί να δημιουργηθεί κάτι καινούργιο. Μια διαφορετική οπτική. Μια νέα σύνδεση. Μια εμπειρία που μέχρι τότε δεν είχε υπάρξει. Μια διαφορετική αφήγηση για κάτι που συνέβη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ψυχοθεραπεύτρια «δίνει» στον άνθρωπο μια νέα πραγματικότητα. Η θεραπεία δεν είναι αντικατάσταση μιας αλήθειας από μια άλλη. Είναι η δημιουργία ενός χώρου όπου αυτό που μέχρι τώρα θεωρούνταν αυτονόητο μπορεί να γίνει ξανά ερώτημα.
«Είναι πράγματι έτσι;» «Πότε άρχισα να το πιστεύω αυτό για εμένα;» «Ποιος μου έμαθε ότι πρέπει να είμαι έτσι;» «Υπάρχουν στιγμές που δεν ταιριάζουν με αυτό που λέω στον εαυτό μου;» «Τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει αυτό που συνέβη;»
Η Gestalt ψυχοθεραπεία έχει έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τρόπο να προσεγγίζει αυτή τη διαδικασία. Δεν ενδιαφέρεται μόνο για το τι συμβαίνει στον άνθρωπο, αλλά για το πώς συμβαίνει.
Πώς μιλάς για τον εαυτό σου αυτή τη στιγμή; Πώς αισθάνεσαι όταν το λες; Πώς το νιώθεις στο σώμα σου; Πώς αντιδράς όταν φοβάσαι ότι ο άλλος θα σε απορρίψει; Πώς αλλάζει η φωνή σου όταν μιλάς για τον θυμό σου; Πότε συγκρατείς την αναπνοή σου; Πώς απομακρύνεσαι από τους άλλους; Πώς προσπαθείς να ευχαριστήσεις τους άλλους;
Η ψυχοθεραπεία μεταφέρει την προσοχή από μια αφηρημένη περιγραφή του εαυτού στην άμεση εμπειρία στο εδώ και τώρα. Και μέσα από αυτή την εμπειρία στη θεραπευτική σχέση μπορεί να γίνει ο βιωμένος ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος δημιουργεί, μαζί με το περιβάλλον του, την εμπειρία του. Δεν υπάρχουμε απομονωμένοι από τον κόσμο. Βρισκόμαστε διαρκώς σε επαφή με αυτόν.
Οι εμπειρίες μας έχουν σημασία. Οι σχέσεις που είχαμε έχουν σημασία. Οι λέξεις που ακούσαμε έχουν σημασία. Οι κοινωνικές προσδοκίες έχουν σημασία. Αλλά τίποτα από αυτά δεν χρειάζεται να αποτελεί την τελική εκδοχή του εαυτού μας.
Μπορεί να έχουμε μάθει ότι πρέπει να είμαστε πάντα δυνατοί και κάποια στιγμή να ανακαλύψουμε ότι μπορούμε να ζητάμε βοήθεια. Μπορεί να έχουμε μάθει ότι η αγάπη πρέπει να κερδίζεται και να ανακαλύψουμε ότι μπορούμε να υπάρχουμε σε μια σχέση χωρίς να αποδεικνύουμε διαρκώς την αξία μας. Μπορεί να έχουμε μάθει να φοβόμαστε τη σύγκρουση και να ανακαλύψουμε ότι μπορούμε να θυμώνουμε χωρίς να χάνουμε τη σχέση. Η θεραπευτική αλλαγή, επομένως, δεν αφορά την υιοθέτηση ενός καλύτερου τρόπου σκέψης.
Ο κοινωνικός κονστρουξιονισμός μας θυμίζει κάτι που εύκολα ξεχνάμε: ο εαυτός μας δεν δημιουργείται μόνο μέσα μας. Δημιουργείται στις σχέσεις. Στον τρόπο που μας κοιτούν. Στον τρόπο που μας μιλούν. Στις προσδοκίες που συναντούμε. Στα νοήματα που μοιραζόμαστε με τους άλλους. Και, τελικά, στον τρόπο με τον οποίο αυτά τα νοήματα γίνονται μέρος του δικού μας εσωτερικού κόσμου.
Γι' αυτό η ψυχοθεραπεία μπορεί να γίνει ένας τόσο σημαντικός χώρος. Όχι επειδή μας προσφέρει μια έτοιμη απάντηση για το ποιοι είμαστε. Αλλά επειδή μας επιτρέπει, ίσως για πρώτη φορά, να σταθούμε απέναντι σε όσα θεωρούσαμε αυτονόητα και να τα κοιτάξουμε με περιέργεια. Να παρατηρήσουμε τις ιστορίες που λέμε για τον εαυτό μας. Να ακούσουμε τη γλώσσα με την οποία τον περιγράφουμε. Να αναγνωρίσουμε τι ανήκει πραγματικά σε εμάς και τι έχουμε μάθει να κουβαλάμε.
Και μέσα στη σχέση με μια ασφαλή φιγούρα να δοκιμάσουμε, με ασφάλεια, έναν διαφορετικό τρόπο να υπάρχουμε. Και έτσι η ψυχοθεραπεία δεν αφορά τόσο η ανακάλυψη του «πραγματικού εαυτού» μας όσο η δημιουργία του χώρου μέσα στον οποίο μπορούμε να γίνουμε κάτι περισσότερο από αυτό που μέχρι σήμερα πιστεύαμε ότι είμαστε.
...



