«Είμαι ασφαλής; Αν κλάψω, θα έρθει κάποιος; Μπορώ να εξερευνήσω τον κόσμο χωρίς να φοβάμαι;»
Αυτές είναι μερικές από τις πρώτες ερωτήσεις που δεν διατυπώνει ακόμη με λέξεις ένα παιδί. Τις “θέτει” μέσα από το σώμα του, μέσα από το κλάμα, το βλέμμα, την αναζήτηση αγκαλιάς, την ανάγκη για παιχνίδι και εξερεύνηση.
Και ο εγκέφαλός του μαθαίνει τι να περιμένει.
Τα πρώτα χρόνια της ζωής είναι μια περίοδος εξαιρετικά έντονης ανάπτυξης του εγκεφάλου. Οι νευρωνικές συνδέσεις δημιουργούνται με ταχύτητα και το παιδί δεν μαθαίνει μόνο πώς λειτουργεί ο κόσμος γύρω του. Μαθαίνει και τι να περιμένει από αυτόν.
Όταν φοβάμαι, υπάρχει κάποιος να με προστατεύσει;
Όταν πονάω, υπάρχει κάποιος που θα το προσέξει και θα με ανακουφίσει;
Όταν χρειάζομαι βοήθεια, μπορώ να στραφώ σε κάποιον;
Όταν χαίρομαι, υπάρχει κάποιος που θα χαρεί μαζί μου;
Ο εγκέφαλος μαθαίνει μέσα από τη σχέση
Ένα μικρό παιδί δεν μπορεί ακόμη να ρυθμίσει μόνο του το άγχος, τον φόβο ή τη διέγερσή του όπως ένας ενήλικας. Χρειάζεται έναν ενήλικα για να το βοηθήσει να ηρεμήσει.
Η αγκαλιά, η φωνή, το βλέμμα, η παρουσία του ενήλικα, το παιχνίδι τους, η επανάληψη της ίδιας καθησυχαστικής εμπειρίας λειτουργούν σαν ένα είδος εξωτερικής ρύθμισης. Σιγά σιγά, αυτό που αρχικά προσφέρει ο άλλος γίνεται κάτι που το παιδί μπορεί να αναπτύξει μέσα του.
Έτσι, η ασφάλεια δεν είναι απλώς μια ευχάριστη συνθήκη της παιδικής ηλικίας. Είναι μέρος του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο οργανώνονται νευρωνικά και βιολογικά συστήματα που σχετίζονται με το στρες, την προσοχή, το συναίσθημα, τη μνήμη και την ανίχνευση απειλής.
Όταν, αντίθετα, ένα παιδί μεγαλώνει επανειλημμένα μέσα σε φόβο, στρες, απρόβλεπτες αντιδράσεις, παραμέληση ή κακοποίηση, ο οργανισμός του θα χρειαστεί να προσαρμοστεί σε αυτή την πραγματικότητα.
Ο εγκέφαλος έχει πλαστικότητα και θα προσπαθήσει να προσαρμοστεί στο περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται. Μαθαίνει και αναπροσαρμόζεται από τις σχέσεις μέσα στις οποίες υπάρχει.
Αν το περιβάλλον λέει διαρκώς «πρόσεχε», το σύστημα συναγερμού μπορεί να γίνει ιδιαίτερα ευαίσθητο. Αν λέει «δεν ξέρεις ποτέ τι θα συμβεί», η επαγρύπνηση μπορεί να γίνει τρόπος ύπαρξης.
Όταν το σώμα συνεχίζει να περιμένει τον κίνδυνο
Μερικές φορές οι συνέπειες μιας χρόνιας αίσθησης ανασφάλειας δεν εμφανίζονται μέσα από το σώμα.
Νευρολογικά υπάρχουν άνθρωποι που εμφανίζουν πραγματικά και πολύ έντονα συμπτώματα, όπως επεισόδια που μοιάζουν με επιληπτικές κρίσεις χωρίς να οφείλονται σε επιληψία, δυσκολίες στην κίνηση ή στην ομιλία, χρόνιο πόνο ή έντονη κόπωση και «θόλωμα» της σκέψης, ενώ οι νευρολογικές εξετάσεις δεν εξηγούν τα συμπτώματα με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς.
Σε ορισμένους από αυτούς τους ανθρώπους μπορεί να υπάρχει ιστορικό σημαντικού στρες ή αντιξοότητας στην παιδική ηλικία. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δύσκολη παιδική εμπειρία οδηγεί σε τέτοια συμπτώματα ούτε ότι κάθε νευρολογικό σύμπτωμα έχει ψυχολογική αιτία. Τα συμπτώματα χρειάζονται πάντοτε την κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση.
Ο εγκέφαλος και το σώμα όμως δεν είναι δύο ανεξάρτητα συστήματα. Η ιστορία ενός ανθρώπου μπορεί να αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο το νευρικό του σύστημα αντιδρά, ρυθμίζεται και αντιλαμβάνεται κάτι απειλητικό. Με αυτό εννοούμε κάτι που το άτομο φοβάται, ή ό,τι έχει μάθει να συνδέει με κίνδυνο ή κάτι που αισθάνεται ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί ή να ρυθμίσει συναισθηματικά.
Δεν χρειάζεται ένας τέλειος γονιός
Ίσως εδώ βρίσκεται και ένα από τα πιο σημαντικά μηνύματα για τους γονείς.
Η ασφάλεια δεν σημαίνει μια τέλεια παιδική ηλικία. Δεν σημαίνει ότι ο γονιός δεν θα θυμώσει ποτέ, δεν θα κουραστεί, δεν θα κάνει λάθη ή δεν θα υπάρξουν στιγμές αποσύνδεσης.
Το παιδί δεν χρειάζεται έναν τέλειο ενήλικα. Χρειάζεται έναν άνθρωπο που, τις περισσότερες φορές, είναι εκεί. Όχι πάντα.
Που θα ακούσει το κλάμα του. Θα το πάρει αγκαλιά. Θα παίξει μαζί του. Θα του επιτρέψει να εξερευνήσει και θα είναι διαθέσιμος όταν επιστρέψει, χωρίς να το τιμωρήσει ή να θυμώσει μαζί του. Που θα αντέξει τα μεγάλα του συναισθήματα χωρίς να το κάνει να ντρέπεται γι’ αυτά.
Και όταν η σχέση διαταραχθεί, γιατί αυτό θα γίνει αναπόφευκτα, θα μπορεί να υπάρξει επανασύνδεση. Όχι απομάκρυνση, τιμωρία, εξαφάνιση ή αντίποινα.
«Θύμωσα μαζί σου, αλλά είμαι εδώ.»
«Σε τρόμαξα, λυπάμαι.»
«Πάμε να το ξαναβρούμε.»
Αυτές οι μικρές στιγμές έχουν μεγαλύτερη σημασία από όσο ίσως φανταζόμαστε.
Ίσως τελικά αυτό που προσφέρει ένας ασφαλής φροντιστής δεν είναι μόνο προστασία από τον φόβο.
Προσφέρει στο παιδί την ελευθερία να μην οργανώσει ολόκληρη τη ζωή του γύρω από αυτόν.
Ένα παιδί που αισθάνεται ότι υπάρχει κάποιος στον οποίο μπορεί να επιστρέψει, μπορεί ευκολότερα να απομακρυνθεί, να παίξει, να δοκιμάσει, να αποτύχει, να μάθει, να ρισκάρει, να γνωρίσει τον κόσμο. Αυτή η ασφάλεια που αρχικά προσφέρει ο γονέας μπορεί, με το χρόνο, να εσωτερικευθεί από το παιδί και να γίνει μέρος της δικής του εσωτερικής ασφάλειας και εμπιστοσύνης.
Και ίσως αυτό είναι ένα από τα πιο βαθιά πράγματα που μπορούμε να προσφέρουμε σε ένα παιδί: όχι την υπόσχεση ότι ο κόσμος δεν θα το πληγώσει ποτέ, αλλά την εμπειρία ότι, όταν κάτι δύσκολο συμβεί, δεν θα χρειαστεί να το αντιμετωπίσει μόνο του και ότι μπορεί πάντα να βρίσκει ξανά την ασφάλεια.
Γιατί τα πρώτα χρόνια δεν είναι απλώς η εποχή που το παιδί μεγαλώνει.Είναι η εποχή που, μέσα από χιλιάδες μικρές καθημερινές εμπειρίες, αρχίζει να μαθαίνει πώς είναι ο κόσμος, τι μπορεί να περιμένει από τους άλλους και αν μπορεί να αισθάνεται αρκετά ασφαλές ώστε να είναι ο εαυτός του μέσα σε αυτόν.



