Tα τελευταία χρόνια, η λέξη «τραύμα» έχει εισέλθει έντονα στην καθημερινή μας γλώσσα. Μιλάμε για τραυματικές εμπειρίες, τραυματισμένους ανθρώπους και τραυματικές παιδικές ηλικίες τόσο μεταξύ μας όσο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όταν ακούμε τέτοιες έννοιες, συνήθως το μυαλό μας πηγαίνει αυτόματα σε μια απώλεια, κάποιου είδους κακοποίηση ή ένα ατύχημα.
Το τραύμα όμως είναι πολύ συχνότερο από όσο φανταζόμαστε. Οι άνθρωποι συνήθως σκέφτονται «οι γονείς μου δεν με χτυπούσαν, άρα δεν έχω τραύματα» ή «μου έδωσαν τα πάντα και δεν μου έλειψε τίποτα», αναφερόμενοι κυρίως στα υλικά αγαθά. Πού βρίσκεται όμως η αλήθεια; Πέρα από πιο ευδιάκριτες μορφές τραύματος που περιλαμβάνουν ένα συγκεκριμένο γεγονός όπως ένα ατύχημα, μια επίθεση, μια απώλεια ή μια παρατεταμένη τραυματική συνθήκη όπως η κακοποίηση και η παραμέληση, υπάρχει μια διαφορετική, πιο αδιόρατη ιστορία: το σχεσιακό τραύμα.
Στο σχεσιακό τραύμα μπορεί να μην υπάρχει ένα ξεκάθαρα ορισμένο γεγονός που να μπορούμε να αφηγηθούμε ως «εκείνη τη μέρα που...». Διαμορφώνεται σιωπηλά, ανεπαίσθητα, σταδιακά και καθημερινά μέσα στη σχέση και στον τρόπο που αυτή βιώθηκε επανειλημμένα, κυρίως στα πρώτα χρόνια της ζωής, όταν ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα βρίσκονται στη φάση της διαμόρφωσης και της ωρίμανσης.
Αφορά τόσο αυτό που συνέβη ενώ δεν έπρεπε να συμβεί, όσο και αυτό που δεν συνέβη ενώ ήταν αναγκαίο να υπάρξει. Την παρηγοριά και τις αγκαλιές που δεν δόθηκαν, τη συναισθηματική παρουσία και αναγνώριση που έλειπε ή την ασφάλεια που δεν προσφέρθηκε στο παιδί με σταθερότητα και συνέπεια. Η μη κάλυψη αναγκών που είναι απαραίτητες για την ανθρώπινη ανάπτυξη εμπίπτει εξίσου στο πεδίο του τραύματος όσο και η κακοποίηση και η βία. Η σύγχρονη ψυχοτραυματολογία δείχνει ότι η χρόνια απουσία βασικών αναπτυξιακών αναγκών μπορεί να επηρεάσει βαθιά την οργάνωση του εαυτού και του νευρικού συστήματος, ακόμη και όταν δεν υπάρχει εμφανής κακοποίηση ή βία. Το παιδί μαθαίνει σταδιακά όχι μόνο ποιος είναι ο κόσμος, αλλά και ποιο θεωρεί ότι δικαιούται να είναι το ίδιο μέσα στις σχέσεις. Αυτό μπορεί να συνέβη με πρόθεση ή εξ αμέλειας, λόγω αδυναμίας των γονέων εξαιτίας ψυχικής διαταραχής, σωματικής ασθένειας ή άλλης γνωστικής βλάβης.
Πολύ συχνά, οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν αυτή τη μορφή τραύματος γιατί σκέφτονται «Οι γονείς μου δεν με χτυπούσαν» ή «Υπάρχουν άνθρωποι που πέρασαν πολύ χειρότερα». Και πράγματι, μπορεί οι γονείς να έκαναν ό,τι μπορούσαν μέσα στα δικά τους όρια, τις δικές τους δυσκολίες ή τα δικά τους τραύματα. Αυτό όμως δεν αναιρεί απαραίτητα την ύπαρξη συναισθηματικής στέρησης. Στην ψυχοθεραπεία χρειάζεται να μάθουμε να αντέχουμε δύο αλήθειες που μπορεί να ισχύουν ταυτόχρονα: ότι οι γονείς μας μπορεί να μας αγάπησαν και ταυτόχρονα να μην μπόρεσαν να μας φροντίσουν συναισθηματικά με τον τρόπο που χρειαζόμασταν.
Ένα από τα πιο δύσκολα αναγνωρίσιμα μοτίβα σχεσιακού τραύματος είναι η γονεοποίηση. Πρόκειται για μια διαδικασία κατά την οποία το παιδί αναλαμβάνει πρόωρα ρόλους φροντίδας, τόσο συναισθηματικούς όσο και πρακτικούς, που ξεπερνούν τις αναπτυξιακές του δυνατότητες. Αντί να μπορεί να στηριχθεί το παιδί σε κάποιον ενήλικο, γίνεται εκείνο που στηρίζει.
Έτσι, το παιδί αρχίζει να μαθαίνει ότι οι ανάγκες των άλλων είναι πιο σημαντικές από τις δικές του. Αναπτύσσει αυξημένη ευαισθησία στη συναισθηματική κατάσταση των γύρω του, υπευθυνότητα πέρα από την ηλικία του, δυσκολία στην ξεκούραση, τελειομανία και έντονο άγχος γύρω στο να μην επιβαρύνει τους άλλους.
Μου έρχεται στο νου η εμπειρία μιας θεραπευόμενης που ως παιδί, όταν μάλωνε με τη μητέρα της, πήγαινε εκείνη να ηρεμήσει τη μαμά και να αποκαταστήσει τη σχέση. Έτσι έμαθε σταδιακά να αναλαμβάνει το βάρος της συναισθηματικής επανόρθωσης, μια λειτουργία που ανήκει στον γονέα. Ως ενήλικη πλέον, μέσα στη ψυχοθεραπεία, έδειχνε υπερβολική προσοχή στο να μην με κουράσει και επιβαρύνει. Ζητούσε συχνά συγγνώμη, φρόντιζε να μην ξεπεράσει ούτε λεπτό τη συνεδρία και δυσκολευόταν να επιτρέψει στον εαυτό της να έχει ανάγκες. Είχε μάθει από πολύ νωρίς ότι η αγάπη και η αποδοχή περνούν μέσα από την προσαρμογή και τη φροντίδα του άλλου.
Πολλοί άνθρωποι με σχεσιακό τραύμα φαίνονται εξωτερικά ιδιαίτερα λειτουργικοί. Είναι υπεύθυνοι, αξιόπιστοι, παραγωγικοί. Σπάνια ζητούν βοήθεια. Συχνά μάλιστα η υψηλή λειτουργικότητά τους γίνεται το ίδιο το εμπόδιο που δεν τους επιτρέπει να αναγνωρίσουν τον πόνο τους. Έρχονται στη θεραπεία λέγοντας «Δεν έχω πραγματικό λόγο να είμαι εδώ», «Άλλοι άνθρωποι έχουν περάσει πολύ χειρότερα» ή «Θα έπρεπε να μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου».
Κάτω όμως από αυτή τη διαρκή επάρκεια, συχνά υπάρχει ένα νευρικό σύστημα που δεν έμαθε ποτέ πραγματικά να ξεκουράζεται ή ένα παιδί που δεν του επιτράπηκε αρκετά να είναι παιδί. Έτσι μεγάλωσε σε έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται να νιώσει ασφαλής όταν δεν κάνει κάτι παραγωγικό, που αισθάνεται ενοχές όταν χρειάζεται φροντίδα και που βιώνει μια βαθιά μοναξιά μέσα στις σχέσεις, σαν να μην τον γνωρίζει πραγματικά κανείς.
Η δυσκολία στην ξεκούραση, η αίσθηση ότι πρέπει συνεχώς να είσαι υπερλειτουργικός, το άγχος όταν δεν κάνεις τίποτα, συχνά δεν είναι απλώς χαρακτηριστικά προσωπικότητας. Μπορεί να αποτελούν το αποτύπωμα μιας παιδικής ηλικίας όπου δεν υπήρχε αρκετός χώρος για αυθορμητισμό, παιχνίδι, εξάρτηση, ανεμελιά και συναισθηματική ασφάλεια.
Πολλές φορές, αυτό που σήμερα βιώνουμε ως «δική μας φωνή» δεν γεννήθηκε πραγματικά μέσα μας. Είναι η εσωτερικευμένη εμπειρία του πώς μας κοίταξαν, πώς μας μίλησαν ή πώς μας έκαναν να αισθανόμαστε οι σημαντικοί άνθρωποι της ζωής μας. Έρευνες δείχνουν ότι το πρώιμο σχεσιακό τραύμα μπορεί να επηρεάσει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η αίσθηση του εαυτού και οι πεποιθήσεις που κουβαλάμε για εμάς τους ίδιους (Chiu et al., 2019).
Ο εγκέφαλος ενός μικρού παιδιού δεν μπορεί ακόμη να διαχωρίσει πλήρως το «αυτό που είμαι εγώ» από το «αυτό που ο άλλος μου λέει ότι είμαι». Έτσι, τα επαναλαμβανόμενα μηνύματα του περιβάλλοντος εγγράφονται σταδιακά ως προσωπικές αλήθειες για τον εαυτό. Τα «Δεν αξίζω φροντίδα», «Αν δείξω ανάγκη θα απομακρυνθούν» ή «Πρέπει να τα καταφέρνω μόνη μου», συχνά δεν είναι έμφυτες αλήθειες. Είναι σχεσιακά μαθήματα που κάποτε βοήθησαν το παιδί να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του.
Και ίσως ένα από τα πιο θεραπευτικά σημεία της ψυχοθεραπείας είναι ακριβώς αυτή η στιγμή αναγνώρισης: όταν ο άνθρωπος αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η σκληρή εσωτερική φωνή μέσα του δεν είναι απαραίτητα η φωνή της αλήθειας του αλλά μηνύματα παλιών σχέσεων που εσωτερικεύτηκαν.
Το σχεσιακό τραύμα είναι συχνά δύσκολο να αναγνωριστεί γιατί δεν αποθηκεύεται πάντα ως αφήγηση ή ως «ανάμνηση». Οι βάσεις του χτίζονται πολλές φορές πριν ακόμη αναπτυχθεί η ικανότητα λεκτικής μνήμης. Το παιδί μπορεί να μη θυμάται με λέξεις, αλλά μπορεί να θυμάται σωματικά την ένταση, την απουσία ασφάλειας, την ανάγκη διαρκούς προσαρμογής, ή την αγωνία της απόρριψης.
Κάποια από τα πιο συχνά χαρακτηριστικά του σχεσιακού τραύματος είναι: η απουσία συναισθηματικής ανταπόκρισης και καθρεφτίσματος, η μη επικύρωση των συναισθημάτων του παιδιού, η δυσκολία των γονέων να αντέξουν τη θλίψη, τον θυμό ή την ευαλωτότητα του παιδιού, η έλλειψη ασφαλούς σύνδεσης και επανόρθωσης μετά από συγκρούσεις, η αίσθηση ότι έπρεπε να ωριμάσουμε πολύ γρήγορα και η εμπειρία ότι η αγάπη συνδέεται με την προσαρμογή και όχι με την αυθεντική ύπαρξη.
Πολύ συχνά, στην αρχή της θεραπείας οι άνθρωποι λένε: «Οι γονείς μου ήταν καλοί άνθρωποι.» «Δεν μου έλειψε τίποτα.» «Έτσι είναι όλες οι οικογένειες.».
Και αυτές οι προτάσεις μπορεί να είναι αληθινές. Ταυτόχρονα όμως μπορεί να συνυπάρχει ένας άνθρωπος που έμαθε να μην εκφράζεται, να μην εμπιστεύεται, να μη χρειάζεται, να είναι πάντα έτοιμος για το χειρότερο.
Η αναγνώριση του σχεσιακού τραύματος δεν έχει στόχο να δαιμονοποιήσει τους γονείς ή να ακυρώσει την αγάπη που υπήρξε. Έχει στόχο να επιτρέψει στον άνθρωπο να δει με περισσότερη αλήθεια και συμπόνοια την ιστορία του. Να καταλάβει ότι πολλές από τις δυσκολίες του σήμερα δεν είναι «ελαττώματα χαρακτήρα», αλλά προσαρμογές ενός νευρικού συστήματος που κάποτε προσπάθησε να επιβιώσει μέσα στις σχέσεις.
Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι ένα από τα βαθύτερα νοήματα της θεραπείας: να μπορέσει κάποιος να υπάρξει για πρώτη φορά σε μια σχέση όπου δεν χρειάζεται να κρύβει τις ανάγκες του για να αγαπηθεί ή να γίνει αποδεκτός. Να ανακαλύψει ότι μπορεί να είναι ολόκληρος, όχι μόνο λειτουργικός, χρήσιμος ή δυνατός.
Βιβλιογραφία:
Chiu, C.-D., Ho, H. L., Tollenaar, M. S., Elzinga, B. M., & Zhang, T. (2019). Early relational trauma and self representations: Misattributing externally derived representations as internally generated. Psychological Trauma: Theory, Research, Practice, and Policy, 11(1), 64–72. https://doi.org/10.1037/tra0000369



