Σε μια υγιή πορεία ανάπτυξης, η φροντίδα έρχεται από τον ενήλικα στο παιδί. Στη γονεοποίηση η δυναμική αυτή αντιστρέφεται. Τα παιδιά δεν αναγκάζονται απλώς να ωριμάσουν πρόωρα για να φροντίσουν το γονεϊκό άγχος, αλλά χάνουν για ένα κρίσιμο για την ανάπτυξη τους διάστημα την ασφαλή τους βάση που είναι οι γονείς. Το σχεσιακό τραύμα αφορά ακριβώς αυτή την βίαιη απώλεια του ασφαλούς γονεϊκού καταφυγίου στο οποίο το παιδί θα μπορούσε να τρέξει στο φόβο του. Η παιδική ανεμελιά και ανάγκη για προστασία θυσιάζεται στην ανάγκη του γονέα που για το παιδί είναι ζωτικότερη.
Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης γίνεται ένας ψυχικός συμβιβασμός όπου το παιδί νιώθει ότι πρέπει να θυσιάσει κομμάτια της παιδικότητας του γιατί αν δεν το κάνει θα χάσει το γονέα. Παιδιά που δεν έχουν την πολυτέλεια να παίξουν ξέγνοιαστα γιατί κάτι άλλο πιο σημαντικό συμβαίνει στην οικογένεια που απειλεί την ίδια τους την ύπαρξη. Όλα αυτά φυσικά δεν γίνονται εσκεμμένα, αλλά ο γονέας λόγω του ότι είναι κατακλυσμένος συναισθηματικά (συνήθως λόγω πένθους, ψυχικής διαταραχής, εξαρτήσεων, συγκρουσιακών σχέσεων στο περιβάλλον ή χρόνιας σωματικής ασθένειας), δεν είναι σε θέση ψυχικά να ανταποκριθεί στο ρόλο του.
Στην γονεοποίηση υπάρχει μια παγίδα. Ο γονέας μπορεί να εκφράζει λεκτικά στο παιδί να πάει να παίξει και να μην ανακατεύεται στα προβλήματα των μεγάλων, αλλά ταυτόχρονα σε συναισθηματικό επίπεδο του λέει ‘’σε χρειάζομαι, αν μ’αφήσεις με τον πόνο μου μπορεί και να πεθάνω’’. Τα παιδιά φυσικά και είναι εξαιρετικοί αναγνώστες των συναισθηματικών μηνυμάτων και ακούν πάντα αυτό που ο ενήλικας δεν λέει. Έτσι, μπαίνουν σε έναν ρόλο να φροντίσουν το γονέα που υποφέρει, καταστέλλοντας δικές τους ανάγκες, επιθυμίες και συναισθήματα γιατί δεν υπάρχει χώρος για αυτά. Αν το παιδί κλάψει ή θυμώσει, αυτό θα επιβαρύνει επιπλέον το γονέα και έτσι αναπτύσσεται ένας ψευδής εαυτός, που μοιάζει υπέρ-ώριμος, υπέρ-υπεύθυνος και πάντα διαθέσιμος ενώ ο αληθινός εαυτός του είναι ένα φοβισμένο και παραμελημένο μικρό παιδί.
Το παιδί χωρίς να το αντιλαμβάνεται παίζει σε ένα παιχνίδι που δεν μπορεί να κερδίσει. Προκειμένου να αντέξει να φροντίσει τον ενήλικα, κάτι που δεν είναι εξοπλισμένο να κάνει, αναγκάζεται να χωρίσει τον εαυτό του στα δυο. Ένα κομμάτι του αναλαμβάνει ένα ενήλικο καθήκον, απαντώντας στην κρίση της οικογένειας και ένα κομμάτι του παραμένει ένα μικρό παιδί που δεν λαμβάνει φροντίδα.
Σε αυτή την αόρατη υποχρέωση, το παιδί καλείται να λύσει ένα πρόβλημα που δεν είναι δικό του και που δεν διαθέτει τα μέσα για να επιλύσει. Αυτός ο ψυχικός εγκλωβισμός είναι η ρίζα της μετέπειτα υπευθυνότητας που του υπαγορεύει ότι αν σταματήσει να φροντίζει τους άλλους, θα καταρρεύσει το σύμπαν του, όπως τότε που ένιωθε ότι η ψυχική επιβίωση του γονέα ήταν στα χέρια του.
Το τραύμα της γονεοποίησης δεν είναι ένα τραύμα 'εισβολής' (όπως η βία), αλλά ένα τραύμα 'κλοπής'. Αφορά την κλοπή του δικαιώματος να είσαι παιδί με ανάγκες, να εξαρτάσαι από κάποιον και να αναπτύσσεσαι αυθεντικά με τον δικό σου ρυθμό. Η θεραπεία αυτού του τραύματος ξεκινά όταν ο έφηβος ή ενήλικας πλέον επιτρέψει στον εαυτό του να αποθέσει το φορτίο που δεν του ανήκε ποτέ και να δώσει χώρο στο παραμελημένο παιδί μέσα του να ακουστεί.



