Για τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο του παιδιού, η αορατότητα μπορεί να είναι πιο επώδυνη και καταστροφική από την αρνητική προσοχή και συμπεριφορά που μπορεί να λάβει από ένα γονέα. Λόγω του ανώριμου ακόμα ψυχισμού και της φυσιολογικής αναπτυξιακής τάσης να προσωποποιούν τα πάντα, τα παιδιά μεταφράζουν την απουσία βλέμματος του γονέα ως απόδειξη ότι δεν αξίζουν. Δεν έχουν κατακτήσει ακόμα την ωριμότητα εκείνη που τα καθιστά ικανά να αντιληφθούν ότι υπάρχουν και άλλες οπτικές και ότι ο γονέας μπορεί να είναι συναισθηματικά ανεπαρκής για δικούς του λόγους. Αυτό έχει ως συνέπεια να τραυματίζεται η αίσθηση της αυτοαξίας του παιδιού και να νιώθει ότι εκείνο αποδιώχνει το γονέα, αντί να αντιληφθεί ότι εκείνος είναι που το παραμελεί.
Ξέρουμε από πειράματα στην ψυχολογία (όπως αυτό του ακίνητου προσώπου), ότι όταν τα βρέφη δεν βρίσκουν πρόσωπα που ανταποκρίνονται σε αυτά, προσπαθούν απεγνωσμένα να τους τραβήξουν την προσοχή και να συνδεθούν και αν δεν τα καταφέρουν τότε αποσύρονται. Τα παιδιά μένοντας μόνα τους να διαχειριστούν αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα, κατακλύζονται από κορτιζόλη, την ορμόνη του στρες. Έρευνες από κέντρο για την ανάπτυξη του παιδιού στο Harvard, δείχνουν ότι η παραμέληση με την απουσία ανακούφισης από έναν ενήλικα, ενεργοποιεί το σύστημα απόκρισης στο στρες και δημιουργεί μια κατάσταση τοξικού στρες, προκαλώντας φθορές στις συνάψεις του εγκεφάλου. Μέσα σε αυτόν τον μη διαχειρίσιμο πανικό, ο ψυχισμός επιστρατεύει άμυνες όπως η αποσύνδεση, όπου ο πόνος παγώνει ώστε να επιβιώσει ο οργανισμός. Όπως το σώμα σε έναν τραυματισμό κινητοποιεί άμυνες προστασίες, έτσι και στα ψυχικά φαινόμενα, κινητοποιεί αντίστοιχες άμυνες ως μέσο επιβίωσης που τον βοηθούν να μην αισθάνεται τον ψυχικό πόνο.
Όταν υπάρχει ένα χτύπημα, το παιδί διαθέτει μια υπαρκτή μορφή για την οποία μπορεί να πονέσει ή να θυμώσει. Στην παραμέληση αντίθετα, η μορφή της κακοποίησης είναι πιο υπόγεια. Είναι πιο εύκολο για ένα παιδί να παραδεχτεί ότι πόνεσε για κάτι που έγινε, παρά για τις αγκαλιές και την αποδοχή που δεν πήρε. Αυτό το διάχυτο κενό δεν έχει όνομα, έχει όμως αίσθηση. Συχνά γεννά μια βαθιά τοξική ντροπή, όπου το άτομο νιώθει ελαττωματικό στον πυρήνα του, αναρωτώμενο: "Γιατί νιώθω έτσι αφού οι γονείς μου μου παρείχαν τα πάντα;". Η υλική επάρκεια έτσι γίνεται το πέπλο που καλύπτει τη συναισθηματική στέρηση.
Για να μπορέσει το παιδί να προχωρήσει μέσα σε αυτή τη διαδικασία και να ωριμάσει, θα πρέπει να λάβει επαρκώς τη λειτουργία του καθρεφτίσματος από το γονέα. Μέσα από αυτό θα νιώθει ότι υπάρχει στα μάτια κάποιου που μπορεί να αναγνωρίζει την εμπειρία του. Όπως υποστήριξε και ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της ανάπτυξης του ψυχισμού των παιδιών, ο Winnicott, ο πρώτος καθρέφτης είναι η μητέρα (ή όποιος φρόντισε το παιδί). Όταν το βρέφος κοιτάζει το πρόσωπο της μητέρας, πρέπει να δει εκεί την αντανάκλαση της δικής του διάθεσης και ύπαρξης. Αν η μητέρα καθρεφτίζει το παιδί, το παιδί αρχίζει να υπάρχει ως Εαυτός. Αν η μητέρα καθρεφτίζει μόνο τη δική της διάθεση (π.χ. την κατάθλιψη ή το άγχος της), το παιδί «χάνει» τον εαυτό του πριν καν τον βρει.
Η θεραπεία αυτού του συναισθηματικού κενού και παραμέλησης δεν έρχεται μόνο μέσα από την αναγνώριση του τι έλειψε τότε, αλλά μέσα από την εμπειρία της ορατότητας στο 'εδώ και τώρα' στη θεραπευτική σχέση. Εκεί που το παιδί έμαθε να είναι αόρατο, ο ενήλικας μαθαίνει πλέον να υπάρχει μέσα από το βλέμμα ενός άλλου που μπορεί να αντέξει και να ονομάσει το συναίσθημα και την εμπειρία του.



