νευροπλαστικότητα• 6 λεπτά ανάγνωσης• 29/3/2026 (186 ημέρες πριν)

«Γιατί, ενώ καταλαβαίνω το τραύμα μου, δεν μπορώ να αλλάξω;»

Μαρία Νικοπούλου
Ψυχολόγος Α.Π.Θ., MSc – Gestalt Ψυχοθεραπεύτρια

«Γιατί, ενώ καταλαβαίνω το τραύμα μου, δεν μπορώ να αλλάξω;»

Μ ια θεραπευόμενη μου έθεσε αυτή την ερώτηση στην τελευταία μας συνεδρία. Είναι μια ερώτηση που ανακύπτει πολύ φυσικά στην πορεία της ψυχοθεραπείας, καθώς όσο προχωρά, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε όλο και περισσότερα, να συνδέουμε γεγονότα, να εξηγούμε μοτίβα και να χτίζουμε νόημα. Και όμως, κάποια στιγμή, πολλοί άνθρωποι φτάνουν σε ένα είδος εσωτερικού αδιεξόδου. ‘’Αφού τα βλέπω και τα καταλαβαίνω όλα αυτά που με επηρέασαν και με διαμόρφωσαν, γιατί δεν αλλάζει τίποτα;’’


Η απάντηση κρύβεται σε μια φαινομενικά απλή αλλά στην ουσία της βαθιά και ουσιαστική αλήθεια: η κατανόηση και η αλλαγή αφορούν δύο διαφορετικές διαδικασίες.


Η κατανόηση του τραύματος βασίζεται κυρίως σε αυτό που νευροεπιστήμονες ονομάζουν δηλωτική μνήμη, μια μορφή μνήμης που σχετίζεται με τη γλώσσα, τη λογική και την αφήγηση. Είναι αυτή που μας επιτρέπει να πούμε ‘’ο πατέρας μου ήταν αυστηρός μαζί μου και δεν μου έδινε αξία’’. Οι τραυματικές μνήμες όμως, αποθηκεύονται κυρίως σε ένα άλλο είδος μνήμης που ονομάζεται άδηλη (ή σωματική), και αφορά μια πιο πρωτόγονη και προγλωσσική μορφή (πριν από την κατάκτηση της γλώσσας) καταγραφής των εμπειριών μας. Εκεί, δομές του εγκεφάλου (όπως η αμυγδαλή) καταγράφουν συναισθήματα και σωματικές αντιδράσεις που σχετίζονται με την επιβίωση μας.


Ο φόβος και η συνεχής ετοιμότητα που μπορεί να ένιωθα με έναν αυστηρό πατέρα, αφορούν το βιωματικό συμπλήρωμα της συγκεκριμένης σχεσιακής εμπειρίας που θυμάμαι ως ανάμνηση. Αυτό το είδος μνήμης ξεκινά ήδη από την εμβρυϊκή περίοδο. Ξέρουμε για παράδειγμα ότι νεογέννητα αναγνωρίζουν τη φωνή της μητέρας και τη μυρωδιά του αμνιακού υγρού, κάτι που σημαίνει ότι η εμβρυϊκή εμπειρία αφήνει ίχνος, χωρίς βέβαια καμία συνειδητή κατανόηση. Αυτό αποτελεί μια πρωτόγονη μορφή άδηλης-σωματικής μνήμης.


Ταυτόχρονα, οι εγκεφαλικές δομές που υποστηρίζουν την πιο συνειδητή μορφή μνήμης και που μας καθιστά ικανούς να αφηγούμαστε τις εμπειρίες μας, ωριμάζουν πολύ αργότερα (κυρίως μεταξύ 2-3 ετών) σε σύγκριση με δομές που υποστηρίζουν την άδηλη ή σωματική μνήμη, που είναι λειτουργικές από τη γέννηση. Αυτό εξηγεί και τη λεγόμενη βρεφική αμνησία. Μπορεί λοιπόν να μην θυμόμαστε να αφηγηθούμε τα πρώτα χρόνια της ζωής μας μέσω λέξεων, αλλά μπορούμε να αντιληφθούμε ένα σωματοσυναισθηματικό αποτύπωμα των πρώιμων εμπειριών μας στον τρόπο που το σώμα μας αντιδρά, που αντιλαμβανόμαστε την ασφάλεια ή την απειλή.


Έτσι, μπορούμε να κατανοήσουμε ότι υπάρχει μεγάλη συναισθηματική και βιωματική διαφορά στο να γνωρίζω ότι είμαι ασφαλής και στο να αισθάνομαι ασφαλής. Ως βρέφη μπορεί να μην θυμόμασταν ότι κάποιος ερχόταν πάντα όταν κλαίγαμε, αλλά ως ενήλικες έχουμε μια προσδοκία για το πόσο διαθέσιμοι είναι οι άλλοι όταν τους χρειαζόμαστε ή πόσο αντιλαμβάνονται ή αγνοούν τις ανάγκες μας. Αυτό μπορεί να είναι το σχεσιακό αποτύπωμα πρώιμων εμπειριών, μια μορφή άδηλης-σωματικής μνήμης.


Η σύγχρονη έρευνα στην νευροεπιστήμη της μνήμης μας δείχνει κάτι πολύ σημαντικό: για να τροποποιηθεί μια τραυματική μνήμη, δεν αρκεί να την κατανοήσουμε γνωστικά. Χρειάζεται να ενεργοποιηθεί το παλιό συναίσθημα (πχ του φόβου, ντροπής, ή αβοηθησίας) και ταυτόχρονα να συνοδευτεί από μια νέα και διαφορετική εμπειρία. Κάθε φορά που μια τραυματική μνήμη ανακαλείται, γίνεται προσωρινά εύπλαστη . Σε αυτό το σημείο υπάρχει ένα παράθυρο αλλαγής, όπου εάν εισαχθεί μια νέα διαφορετική εμπειρία, η μνήμη μπορεί να τροποποιηθεί και να αποθηκευθεί ξανά με διαφορετικό περιεχόμενο (Lane et al., 2015). Αυτό δεν σημαίνει τη διαγραφή του παρελθόντος αλλά την αλλαγή του συναισθηματικού αποτυπώματός του. Με απλά λόγια, το τραύμα δεν αλλάζει μέσω της πληροφορίας και της ανάλυσης αλλά μέσω της βιωμένης διορθωτικής εμπειρίας. Ο εγκέφαλος ξαναγράφει αυτό που ξέρει για τον κόσμο και τον εαυτό του όχι όταν ακούει μια εξήγηση, αλλά όταν βιώνει μια διαφορετική από το παρελθόν εμπειρία.


Πολλά τραύματα έχουν τις ρίζες τους σε πρώιμες σχέσεις — εκεί όπου υπήρχε τρόμος, αβοηθησία ή αδιέξοδο. Αυτά τα σχεσιακά βιώματα δεν μένουν στο παρελθόν: τείνουν να αναπαράγονται στο παρόν, ιδιαίτερα στις στενές σχέσεις.

Σε μια πρόσφατη συνεδρία μείναμε στο πώς ένα τηλεφώνημα από μια φιγούρα εξουσίας ήταν αρκετό για να ενεργοποιήσει, περίπου 15 χρόνια μετά, τον ίδιο κόμπο στο λαιμό που ένιωθε ως παιδί — όταν μια αντίστοιχη φιγούρα εξουσίας φώναζε και κακοποιούσε χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα αντίδρασης. Το σώμα ενεργοποιήθηκε αυτόματα, πριν από τη συνειδητή ανάσυρση από τη μνήμη αυτών που βίωσε ως παιδί. Ο κόμπος στο λαιμό δεν ήταν τυχαίος. Ήταν η σωματική μνήμη της τραυματικής παρελθοντικής εμπειρίας που δεν μπορούσε να εκφραστεί. Ήταν τα λόγια που δεν μπορούσαν να ειπωθούν με ασφάλεια — το πνίξιμο από την αδικία και τον πόνο που δεν βρήκε διέξοδο. Πολλές φορές, το σημείο στο οποίο το σώμα επιλέγει να δημιουργήσει ένα σύμπτωμα έχει βαθιά σύνδεση με την ψυχική του σημασία.


Στη συνεδρία εξερευνήσαμε τα διαφορετικά στοιχεία που υπήρχαν στο παρόν σε αντίθεση με τότε: τη διαφορετική αντιμετώπιση ανθρώπων από το περιβάλλον του, τις ενήλικες επιλογές που έχει πλέον, και — κυρίως — την ικανότητα να εκφραστεί ο πόνος και να μην παραμένει εσωτερικευμένος. Αυτό αποτελούσε και τη διορθωτική εμπειρία: η ίδια ενεργοποίηση, αλλά σε ένα διαφορετικό πλαίσιο — όπου ήταν δυνατή η έκφραση, η αναγνώριση και η ανταπόκριση.


Δεν είναι τυχαίο ότι η βιωμένη διορθωτική εμπειρία συμβαίνει συχνά μέσα στη θεραπευτική σχέση. Η θεραπεία προσφέρει ένα ασφαλές πεδίο όπου τα παλιά μοτίβα σχέσης εμφανίζονται και μπορούν να αντιμετωπιστούν διαφορετικά — όχι μόνο να αναλυθούν, αλλά να βιωθούν αλλιώς. Η ψυχοθεραπεύτρια που αντιδρά διαφορετικά από ό,τι η θεραπευόμενη αναμένει — που δεν επικρίνει εκεί που αναμένεται επίκριση ή, που παραμένει παρούσα εκεί που αναμένεται απόρριψη και εγκατάλειψη— προσφέρει κάτι ουσιαστικό: μια νέα εμπειρία σχέσης που δεν επαληθεύει τα παλιά σχεσιακά μοτίβα. Αυτό είναι αυτό που στη σχεσιακή ψυχοθεραπεία ονομάζεται η διορθωτική σχεσιακή εμπειρία και που σύμφωνα με την έρευνα Lane και συνεργατών, αυτός ακριβώς ο συνδυασμός — ενεργοποίηση της παλιάς μνήμης και ταυτόχρονη νέα βιωμένη εμπειρία — είναι αυτό που δημιουργεί παράθυρο αλλαγής στον εγκέφαλο.


Αυτό ισχύει και έξω από τη θεραπεία. Κάθε φορά που κάποιος τολμά να εμπιστευτεί εκεί όπου το παρελθόν έλεγε «μην εμπιστευτείς», κάθε φορά που εκφράζει ανάγκη εκεί όπου έμαθε να σιωπά, κάθε φορά που λαμβάνει ανταπόκριση αντί για απόρριψη — το νευρικό σύστημα σιγά-σιγά αναθεωρεί αυτό που πίστευε ότι ξέρει. Ο εγκέφαλος ξέρουμε ότι αλλάζει μέσω της εμπειρίας και όχι μέσω της εξήγησης. Αυτό που φαίνεται να μας μετακινεί ουσιαστικά είναι ένας συνδυασμός από κατανόηση, η συναισθηματική εμπειρία και μια νέα επιλογή απέναντι στον εαυτό και τους άλλους.


Αυτό που βιώνουμε στα πρώτα χρόνια της ζωής μας , πριν ακόμα αποκτήσουμε λέξεις για να περιγράψουμε, καταγράφεται στο σώμα, στα πρότυπα σχέσεων μας, στο τι νιώθουμε ασφαλές ή επικίνδυνο. Αυτά είναι που γίνονται αντικείμενο διερεύνησης και επεξεργασίας στην ψυχοθεραπεία: από τη θέση του παιδιού που δεν είχε άλλη επιλογή, στη θέση του ενήλικα που μπορεί να προστατεύσει τον εαυτό του, να εκφραστεί και να επιλέξει συνειδητά.


Πόσο επιτρέπουμε λοιπόν στον εαυτό μας να βιώσει ένα νέο τρόπο — έναν τρόπο που κάποτε φάνταζε αδύνατο να τον αντέξουμε;


Βιβλιογραφία:


Lane, R. D., Ryan, L., Nadel, L., & Greenberg, L. (2015). Memory reconsolidation, emotional arousal, and the process of change in psychotherapy: New insights from brain science. The Behavioral and brain sciences, 38, e1. https://doi.org/10.1017/S0140525X14000041

Πίσω στα Άρθρα

Μοιραστείτε μια σκέψη

Φόρτωση σχολίων...

Χρειάζεστε υποστήριξη σε αυτό το θέμα;

Ατομική Ψυχοθεραπεία