Γιατί απολαμβάνουμε να μπαίνουμε στη θέση των χαρακτήρων και να αξιολογούμε τις αποφάσεις τους; Γιατί βιώνουμε ένα μη πραγματικό σενάριο ως προσωπική υπόθεση; Γιατί κάποιες ταινίες μας μένουν αξέχαστες; Μιλάμε, ουσιαστικά, για την ετοιμότητα του θεατή να δεχτεί τον κινηματογραφικό κόσμο ως πραγματικό, προκειμένου να απολαύσει την αφήγηση. Μια τάση γνωστή και ως «εκούσια άρση δυσπιστίας», η οποία ιστορικά προέρχεται από τις ελληνορωμαϊκές αρχές του θεάτρου, όπου το κοινό αγνοεί την πλασματικότητα της φαντασίας, για να βιώσει την κάθαρση από τις ενέργειες και τις εμπειρίες των χαρακτήρων.
Η κινηματογραφική εμπειρία λειτουργεί σαν μια ασφαλής προσομοίωση της πραγματικότητας. Ο θεατής απομακρύνεται προσωρινά από τις υποχρεώσεις και τους περιορισμούς της καθημερινότητας και βυθίζεται σε έναν κόσμο φαντασίας, όπου μπορεί συμβολικά να «βγει» έξω από τον εαυτό του και να βιώσει τη ζωή μέσα από άλλες οπτικές. Όπως υποστήριξε ο Νίτσε, η τέχνη μάς επιτρέπει να αντέξουμε την αλήθεια της πεπερασμένης ύπαρξής μας. Μέσω της εκούσιας λήθης που επέρχεται κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης ταινιών, ο άνθρωπος επιχειρεί να υπερβεί την υπαρξιακή αγωνία του και την οντολογική μοναξιά του. Ταυτόχρονα, η αφήγηση λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μεταφέροντας εμπειρίες και νοήματα που βοηθούν τον θεατή να διαμορφώσει τις αξίες και τις επιλογές του.
Ο κινηματογράφος δε συνιστά απλά μια εμπειρία τηλεθέασης αλλά μια βαθιά συναισθηματική εμπειρία. Οι εικόνες, οι χαρακτήρες και οι ιστορίες ενεργοποιούν συναισθήματα και προκαλούν ταύτιση ή αντίδραση. Ο θεατής παρακολουθεί από ασφαλή απόσταση, αλλά ταυτόχρονα βιώνει τα γεγονότα εκ των έσω. Έτσι, ανθίζει μια πρωτότυπη μορφή ενσυναίσθησης και αυτοπαρατήρησης που μπορεί να έχει ακόμη και θεραπευτική αξία. Ο συνδυασμός εικόνας, μουσικής, διαλόγου και φωτισμού ενισχύει αυτή τη βιωματική εμπειρία, επιτρέποντας στον κινηματογράφο να διαπεράσει τους συνήθεις μηχανισμούς άμυνας και να ενεργοποιήσει βαθύτερες πτυχές του εαυτού.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το ασυνείδητο επικοινωνεί με το συνειδητό μέσω συμβολικών εικόνων, διευκολύνοντας τον θεατή να αναγνωρίσει στοιχεία του εαυτού του που δυσκολεύεται να εξωτερικεύσει ή να παραδεχτεί. Συγκεκριμένα, σημαντικοί θεωρούνται οι ψυχολογικοί μηχανισμοί της προβολής και της ταύτισης στην αναγνώριση ανεπίλυτων ζητημάτων του ψυχισμού. Δηλαδή, ο θεατής συχνά προβάλλει δικά του χαρακτηριστικά ή συναισθήματα στους χαρακτήρες της ταινίας: μπορεί να απορρίπτει έναν χαρακτήρα επειδή αντανακλά δικές του ανεπιθύμητες πλευρές ή να θαυμάζει έναν άλλο επειδή ενσαρκώνει ιδιότητες που ο ίδιος επιθυμεί.
Θα αναφέρω ένα παράδειγμα από τη γνωστή σε όλους μας ταινία «Dead Poets Society». Στην τελευταία σκηνή, αφότου οι μαθητές έχουν πιεστεί από τη διεύθυνση να υπογράψουν μια δήλωση που συνηγορεί στην απόλυση του αγαπημένου τους καθηγητή επικρατεί βαριά και τεταμένη ατμόσφαιρα. Οι μαθητές παρακολουθούν τον καθηγητή τους να επιστρέφει στην τάξη για να μαζέψει τα προσωπικά του αντικείμενα, όταν ο πιο σιωπηλός μαθητής σηκώνεται ξαφνικά και ανεβαίνει στο θρανίο του φωνάζοντας: «Ω Captain! My Captain!». Σιγά-σιγά τον ακολουθούν και άλλοι μαθητές, παρά τις αυστηρές εντολές του διευθυντή.
Η σκηνή αυτή δημιουργεί έντονη συγκινησιακή φόρτιση στον θεατή, ενώ ενεργοποιείται έντονα η ταύτιση (/ενδοβολή) με τους θεατές να ανακαλούν πρόσωπα που κάποτε τους ενέπνευσαν ή στιγμές που ήθελαν να υπερασπιστούν τις αξίες τους αλλά δίστασαν. Μέσα από τους μαθητές, αφυπνίζεται το επαναστατικό πνεύμα του θεατή ο οποίος βιώνει συμβολικά το θάρρος να εκφράσει σεβασμό και ευγνωμοσύνη αντιστεκόμενος στην αυταρχική αυθεντία. Ταυτόχρονα, η σκηνή λειτουργεί και ως μορφή κάθαρσης με την πράξη των μαθητών να προσφέρει μια αίσθηση ηθικής και συναισθηματικής αποκατάστασης. Επομένως, η ταινία δεν λειτουργεί μόνο ως αφήγηση αλλά ως καθρέφτης εσωτερικών εμπειριών. Ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με ζητήματα ηθικών αξιών, όπως η δικαιοσύνη, η αυθεντικότητα και η ελευθερία της επιλογής — κάτι που εκφράζεται και μέσα από το διάσημο ρητό «Carpe Diem» που διδάσκει ο καθηγητής.
Συνολικά, θα λέγαμε ότι η παρακολούθηση ταινιών ανοίγει έναν εσωτερικό διάλογο, κατά τον οποίο ο θεατής συναντά πτυχές του εαυτού του μέσα από τις ιστορίες των χαρακτήρων αφήνοντας χώρο για σκέψη, κατανόηση και προσωπική νοηματοδότηση. Οι ταινίες δεν αποτελούν απλό περισπασμό από την πραγματικότητα, αλλά και μια ευκαιρία να επιστρέψουμε σε αυτήν με μια πιο βαθιά επίγνωση του εαυτού και των εμπειριών μας.
Βιβλιογραφία:
Ferri, A. J. (2007). Willing suspension of disbelief: Poetic faith in film. Lexington Books.
Münsterberg, H., (2006), Η ψυχολογία στον κινηματογράφο, Καθρέφτης, Αθήνα.
Freud, S., (1999α), Gesammelte Werke, Die Traumdeutung, τόμος II, Fischer, Berlin.
Wedding, D., Boyd, M. A. & Niemiec, R. M., (2005), Movies & Mental Illness: Using Films to Understand Psychopathology, Hogrefe & Huber, Ashland, OH.
Wijsen, L., (1980), Cognition and Image Formation in Literature, Peter Lang, Φρανκφούρτη.
Παπαλεοντίου, Μ., (2014), O λογοτεχνικός γραμματισμός στην πεζογραφία. Στοιχεία θεωρίας της αφήγησης.



