Το καλοκαίρι έχει έναν παράξενο τρόπο να φωτίζει όσα λείπουν ή όσα δεν έχουμε ακόμη καταφέρει. Ιδανικές εικόνες στα σόσιαλ από παραλίες, σχέσεις, φιλίες, νησιά, δωμάτια ξενοδοχείων και ηλιοβασιλέματα. Και όχι μόνο στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά και φίλοι και συνάδελφοι περιμένουν απαντήσεις για τα καλοκαιρινά μας πλάνα.
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά μπορεί να εμφανιστεί ένα συναίσθημα που δύσκολα ομολογούμε: η μελαγχολία του καλοκαιριού. Μια αίσθηση ότι δεν θα ζήσουμε την ξεγνοιασιά, την ανεμελιά, την ξεκούραση, τις εμπειρίες που ζουν οι άλλοι. Ότι θα μείνουμε πίσω. Ότι δεν θα έχουμε καμία ιστορία να μοιραστούμε, τόσο στους άλλους όσο και στον εαυτό μας. Αναζητώντας πληροφορίες για αυτό το αίσθημα, βρήκα σχεδόν αποκλειστικά κείμενα που αφορούν τη μελαγχολία της επιστροφής από τις διακοπές. Πολύ λιγότερο όμως μιλάμε για εκείνη τη διαφορετική μελαγχολία που μπορεί να εμφανίζεται πριν ή κατα τη διάρκεια του καλοκαιριού, όσο οι άλλοι γύρω μας φεύγουν, συναντιούνται, ερωτεύονται, ξεκουράζονται και εμείς νιώθουμε ότι μένουμε πίσω.
«Πού θα πας διακοπές;»
Μια ερώτηση που πολλοί κάνουν με καλή πρόθεση, σχεδόν μηχανικά. Για κάποιον όμως που δεν θα προγραμματίσει διακοπές, η ερώτηση αυτή μπορεί να φέρνει βάρος ή ακόμα και ντροπή ή αισθήματα μοναξιάς και απομόνωσης. Γιατί δεν νιώθουμε πάντα ότι υπάρχει χώρος για την απάντηση «πουθενά» χωρίς να αισθανθούμε ότι πρέπει να εξηγήσουμε το γιατί. Γιατί δεν έχουμε παρέα, σύντροφο, εξοχικό, ή οικονομική δυνατότητα για ένα ταξίδι. Σαν να γίνεται αυτή η ερώτηση μια πρόσκληση για απολογία της ζωής μας.
Όταν ακούμε συνεχώς τους άλλους να οργανώνουν τις διακοπές τους ή να βλέπουμε τα σχέδια τους στα σόσιαλ, μπορεί άθελά μας να αρχίσουμε να συγκρίνουμε τις ζωές μας. Όχι μόνο ως προς το πού θα πάμε, αλλά ως προς το πού βρισκόμαστε συνολικά στη ζωή μας.
«Οι άλλοι έχουν παρέες κι εγώ όχι.»
«Οι άλλοι μπορούν να φύγουν κι εγώ δεν μπορώ.»
«Οι άλλοι ζουν εμπειρίες κι εγώ δουλεύω.»
«Οι άλλοι έχουν κάποιον σύντροφο και εγώ είμαι μόνη μου.»
Και κάπως έτσι, οι καλοκαιρινές διακοπές μπορεί να μετατραπούν μέσα μας σε ένα βαθύτερο μήνυμα για το πού βρισκόμαστε συνολικότερα στη ζωή μας: οι άλλοι ζουν κι εγώ μένω πίσω.
Έτσι, συχνά δεν μας επιβαρύνει τόσο η απουσία των διακοπών, όσο αυτό που μας λέει για μας. Η ντροπή που μπορεί να κρύβεται πίσω από το «δεν θα πάω διακοπές», μπορεί να μας μεταφέρει το μήνυμα ότι κάτι δεν πάει καλά με εμάς, με τις επιλογές της ζωής μας. Μπορεί να νιώθουμε ανεπαρκείς. Λιγότερο επιτυχημένοι. Λιγότερο κοινωνικοί. Σαν να μην έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε τη ζωή που θα θέλαμε. Η έκθεση μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να κάνει αυτή την εμπειρία ακόμη πιο έντονη.
Και χωρίς να το καταλαβαίνουμε, συγκρίνουμε τη δική μας ολόκληρη πραγματικότητα με ένα επιλεγμένο κομμάτι της πραγματικότητας κάποιου άλλου. Ακόμη πιο δύσκολο είναι όταν βλέπουμε μια ζωή που δεν είναι απλώς διαφορετική από τη δική μας, αλλά μοιάζει με τη ζωή που θα θέλαμε να έχουμε.
Και ίσως η πιο δύσκολη σύγκριση να μην είναι τελικά με τους άλλους, αλλά με μια εκδοχή του εαυτού μας. Με αυτή που φανταζόμασταν κάποτε ότι θα είμαστε σε αυτή την ηλικία, ή με αυτό που κατάφεραν οι γονείς μας ή με αυτό που ονειρεύονταν εκείνοι για εμάς: με περισσότερους φίλους, μια σχέση, οικογένεια, οικονομική άνεση, ελευθερία και ανεμελιά.Τότε μπορεί να μην πονάμε μόνο επειδή δεν φύγαμε, αλλά για όλα εκείνα που φοβόμαστε ότι δεν θα αποκτήσουμε ποτέ.
«Κι αν έχω μείνει πίσω;»
Ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο βαθιά ερώτηση που κρύβεται πίσω από τη μελαγχολία του καλοκαιριού.
Κι αν έχω μείνει πίσω; Πίσω από τους συνομηλίκους μου; Πίσω από τους φίλους μου ή από την οικογένεια μου; Πίσω από αυτό που φανταζόμουν ότι θα είναι η ζωή μου;
Γιατί το καλοκαίρι έχει έναν τρόπο να κάνει ορατές βαθύτερες διαφορές. Οι άνθρωποι ταξιδεύουν, συναντιούνται, ζουν πιο ανέμελα. Κι όταν εμείς δεν μπορούμε να συμμετάσχουμε, μπορεί να αισθανθούμε ότι στεκόμαστε έξω από τη ζωή και την κοιτάμε να συμβαίνει, είτε στην πραγματική ζωή είτε στην πίσω από την οθόνη του κινητού.
Όμως το ότι κάποιος βρίσκεται σε ένα νησί τον Αύγουστο δεν σημαίνει ότι βρίσκεται «μπροστά» από εμάς στη ζωή.
Το ότι κάποιος έχει μια μεγάλη παρέα δεν σημαίνει ότι δεν αισθάνεται μόνος.
Το ότι κάποιος βρίσκεται σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στις Κυκλάδες δεν σημαίνει ότι ξεκουράζεται περισσότερο ή ότι βιώνει απαραίτητα τη συγκεκριμένη στιγμή πιο ουσιαστικά.
Ή το ότι κάποιος φωτογραφίζει με το ζευγάρι του το ηλιοβασίλεμα δεν σημαίνει ότι έχει πιο αυθεντική ή βαθιά σχέση με εμάς που θα συναντηθούμε πάλι στο σπίτι.
Και το ότι εμείς δεν μπορούμε να φύγουμε το καλοκαίρι δεν σημαίνει ότι έχουμε αποτύχει.
Υπάρχει κάτι σχεδόν αυτονόητο στην ιδέα ότι το καλοκαίρι είναι η εποχή των διακοπών. Ότι πρέπει να πάμε στη θάλασσα, ή πρέπει να φύγουμε από την πόλη ή να ξεκουραστούμε, να ταξιδέψουμε, να βγούμε, να ζήσουμε.
Και ίσως αυτή η προσδοκία να είναι παλαιότερη απ’ όσο νομίζουμε.
Για πολλούς από εμάς, το καλοκαίρι έχει συνδεθεί από την παιδική ηλικία με το κλείσιμο των σχολείων. Το σχολείο τελειώνει και η ζωή επιτέλους μπορεί να αρχίσει. Αφήνουμε την πόλη, πηγαίνουμε στο χωριό, στο εξοχικό, στο νησί, στη θάλασσα. Υπάρχει μια σαφής μετάβαση: τώρα τελείωσε η βαρετή και κουραστική καθημερινότητα και τώρα αρχίζει η ξέγνοιαστη ζωή.
Ίσως γι’ αυτό, ακόμη και ως ενήλικες, κουβαλάμε κάποιες φορές μέσα μας αυτή την αίσθηση ότι «πρέπει» να κάνουμε κάτι.
Σαν να υπάρχει μια αόρατη πίεση που λέει πως κάπου μέσα στους καλοκαιρινούς μήνες πρέπει να ζήσουμε ανέμελα, δίπλα στη θάλασσα.
Μπορεί να είναι δύσκολο να αποδεχτούμε διαφορετικές ανάγκες, όπως το ότι μπορεί να θέλουμε απλώς να μείνουμε μέσα, να βρούμε ένα δροσερό δωμάτιο, να κοιμηθούμε λίγο περισσότερο και να μην κάνουμε τίποτα. Σε μια εποχή που μοιάζει να μας λέει ακριβώς το αντίθετο. Το καλοκαίρι υποτίθεται ότι πρέπει να βγαίνουμε περισσότερο, να συναντάμε κόσμο, να κάνουμε μπάνια, να ταξιδεύουμε, να γεμίζουμε τις μέρες μας με εμπειρίες.
Τελικά, τι είναι διακοπές;
Ίσως αξίζει να σταθούμε λίγο και στην ίδια τη λέξη. Τι σημαίνει «διακοπές»; Μήπως είναι απλώς ένα ταξίδι σε έναν άλλο τόπο; Ή μήπως είναι, κυριολεκτικά, μια διακοπή από αυτό που κάνουμε όλο τον υπόλοιπο χρόνο; Αν είναι έτσι, τότε διακοπές μπορεί να είναι πολλά περισσότερα από ένα αεροπορικό εισιτήριο, ένα δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο ή μια παραλία σε ένα νησί. Δεν χρειάζεται να αλλάξουμε τόπο για να αλλάξουμε προσωρινά σχέση με τον χρόνο. Ίσως, λοιπόν, μια μικρή «διακοπή» να μην αφορά μόνο το πού βρισκόμαστε, αλλά και το πώς υπάρχουμε εκεί που βρισκόμαστε.
Μπορεί να είναι να κοιμηθούμε χωρίς ξυπνητήρι.
Να ξυπνήσουμε και να μην έχουμε αμέσως κάτι που πρέπει να προλάβουμε.
Να περιπλανηθούμε στα στενά χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, χωρίς να κοιτάμε την ώρα.
Να διαβάσουμε ένα βιβλίο χωρίς να αισθανόμαστε ότι «χάνουμε χρόνο».
Να κάνουμε μια διαδρομή που δεν κάνουμε ποτέ.
Να καθίσουμε κάπου μόνοι μας, να πιούμε έναν καφέ και απλώς να παρατηρούμε τους ανθρώπους (που είναι προσωπικά από τις αγαπημένες μου μικρές πρακτικές). Να είμαστε εκεί χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε τίποτα άλλο και χωρίς να σκεφτόμαστε τι έχουμε να κάνουμε μετά.
Ίσως, λοιπόν, κάποιες φορές να μη χρειαζόμαστε τόσο πολύ να φύγουμε, όσο να διακόψουμε. Να διακόψουμε για λίγο τον ίδιο ρυθμό, τις ίδιες σκέψεις, τις ίδιες υποχρεώσεις, την ίδια διαδρομή, την αίσθηση ότι πρέπει συνεχώς να προλαβαίνουμε κάτι.
Και ίσως αυτή η διακοπή να μπορεί να συμβεί ακόμη κι αν παραμένουμε στην ίδια πόλη.
Δεν υπάρχει μία σωστή μορφή καλοκαιριού
Ίσως χρειάζεται να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να αποδεσμευτεί λίγο από την ιδέα ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένος τρόπος για να ζήσουμε το καλοκαίρι.
Δεν χρειάζεται κάθε καλοκαίρι να δημιουργούμε αναμνήσεις που θα μας κάνουν να αντέξουμε τον επόμενο χειμώνα.
Δεν χρειάζεται καν να είμαστε ανέμελοι επειδή είναι καλοκαίρι.
Μπορεί αυτή να είναι μια δύσκολη περίοδος. Μπορεί να δουλεύουμε περισσότερο. Μπορεί να προσπαθούμε να σταθούμε οικονομικά. Μπορεί να περνάμε μια περίοδο μοναξιάς. Μπορεί να μην έχουμε κάποιον με τον οποίο να θέλουμε ή να μπορούμε να φύγουμε ή να πρέπει να μείνουμε στην πόλη για να φροντίσουμε κάποιον.
Ίσως τελικά το ζητούμενο δεν είναι να πείσουμε τον εαυτό μας ότι «δεν πειράζει που δεν πήγα διακοπές».
Αλλά να μπορέσουμε να κοιτάξουμε τη ζωή μας χωρίς να τη μετράμε συνεχώς με το μέτρο της ζωής των άλλων.
Να μπορούμε να πούμε:
«Αυτή είναι η ζωή μου αυτή την περίοδο. Δεν είναι η ζωή που ίσως θα ήθελα σε όλους τους τομείς. Αλλά δεν χρειάζεται να ντρέπομαι γι’ αυτήν.»
Δεν μένουμε πίσω επειδή για λίγο δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε τον ρυθμό των άλλων.
Και ίσως υπάρχει κάτι βαθιά ανακουφιστικό στο να θυμόμαστε πως δεν χρειάζεται να αποδείξουμε ότι ζούμε, ανεβάζοντας μια φωτογραφία από κάπου όμορφα.
Μερικές φορές το καλοκαίρι είναι ένα νησί.
Μερικές φορές είναι λίγες ώρες σε μια σκιά με ένα βιβλίο ή ακούγοντας μουσική.
Μερικές φορές είναι να βραχούμε με το λάστιχο στο μπαλκόνι ή να κοιτάζουμε τους σχηματισμούς των πουλιών που κάνουν αυτή την εποχή.
Μερικές φορές είναι η αίσθηση ότι δεν χρειάζεται να φύγουμε από την πόλη για να δώσουμε στον εαυτό μας την άδεια να ξεκουραστεί.
Ίσως ξεκούραση να είναι και κάτι ακόμη: να αφήσουμε τον εαυτό μας να περιπλανηθεί λίγο χωρίς να βιάζεται. Να μας επιτρέψουμε να κάνουμε διαφορετικές σκέψεις. Να διαβάσουμε κάτι που δεν θα διαβάζαμε μέσα στη χρονιά. Να περπατήσουμε χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Να κάνουμε κάτι διαφορετικά από ό,τι κάνουμε όλη την υπόλοιπη χρονιά.
Ίσως, τελικά, το καλοκαίρι να μην χρειαζόμαστε να αποδράσουμε από τη ζωή που ζούμε, αλλά να διακόψουμε τον συνηθισμένο τρόπο με τον οποίο υπάρχουμε να πειραματιστούμε στο πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι.
Να επιβραδύνουμε. Να περιπλανηθούμε. Να παρατηρήσουμε. Να βαρεθούμε λίγο. Να κάνουμε κάτι χωρίς σκοπό. Να ακούσουμε μια ανάγκη που μέσα στη βιασύνη της υπόλοιπης χρονιάς δεν προλαβαίνουμε να ακούσουμε.Μπορεί να μην έχουμε τη δυνατότητα να φύγουμε, αλλά πάντα έχουμε, έστω για λίγο, τη δυνατότητα να βγούμε από τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ζούμε κάθε μέρα.



