Περνάμε ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο στο σπίτι. Κοιμόμαστε λίγο παραπάνω, δεν βάζουμε ξυπνητήρι, ίσως φεύγουμε και για λίγες μέρες. Κι όμως, όταν έρχεται η Δευτέρα, συχνά νιώθουμε ότι δεν ξεκουραστήκαμε πραγματικά. Σαν να πήραμε μια μικρή ανάσα, αλλά όχι αυτή που χρειαζόμασταν.
Όταν μιλάμε για εξουθένωση (burnout), δεν μιλάμε μόνο για κούραση. Μιλάμε για μια κατάσταση στην οποία έχουμε δώσει για πολύ καιρό περισσότερα από όσα μπορέσαμε να αναπληρώσουμε. Η ψυχολόγος Christina Maslach περιγράφει το burnout ως έναν συνδυασμό βαθιάς εξάντλησης, συναισθηματικής απομάκρυνσης από όσα κάνουμε και μιας αίσθησης ότι χάνουμε το νόημα ή την αίσθηση αποτελεσματικότητάς μας (Maslach & Leiter, 2016).
Γι’ αυτό και η ξεκούραση από μόνη της συχνά δεν αρκεί. Γιατί δεν έχει κουραστεί μόνο το σώμα. Μας έχει κουράσει ολόκληρος ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε με τις υποχρεώσεις, τον εαυτό μας και τους άλλους.
Οι έρευνες δείχνουν ότι η πραγματική ανάκαμψη δεν εξαρτάται μόνο από το αν σταματήσαμε να δουλεύουμε, αλλά από το αν καταφέραμε να απομακρυνθούμε ψυχικά από όσα μας πιέζουν (Sonnentag & Fritz, 2007). Μπορεί να είμαστε ξαπλωμένοι σε μια παραλία και ένα κομμάτι του εαυτού μας να συνεχίζει να απαντά νοερά σε e-mail, να οργανώνει εκκρεμότητες ή να ανησυχεί για την επόμενη μέρα.
Κάποιες φορές ανακαλύπτουμε ότι ακόμη και όταν έχουμε χρόνο να ξεκουραστούμε, δεν ξέρουμε πια πώς να το κάνουμε.
Πολλοί άνθρωποι που έχουν μάθει συνεχώς να είναι σε μια κίνηση, κάθονται επιτέλους χωρίς να έχουν κάτι επείγον να κάνουν και αντί να νιώθουν ανακούφιση, εμφανίζεται μια αδιόρατη ανησυχία. Μια αίσθηση ότι «κάτι ξεχνάω», ότι «θα έπρεπε να αξιοποιώ καλύτερα τον χρόνο μου», ότι «δεν έχω δικαίωμα να χαλαρώνω τόσο».
Πολλοί άνθρωποι που βιώνουν εξουθένωση περιγράφουν ακριβώς αυτό. Όχι μόνο δυσκολία να ξεκουραστούν, αλλά δυσκολία να επιτρέψουν στον εαυτό τους να ξεκουραστεί.
Σαν το νευρικό τους σύστημα να έχει συνηθίσει να λειτουργεί σε κατάσταση διαρκούς ετοιμότητας και παραγωγικότητας και να δυσπιστεί απέναντι στην ηρεμία.
Στη θεραπεία Gestalt βλέπουμε την ανθρώπινη εμπειρία ως μια διαρκή εναλλαγή ανάμεσα στην επαφή και την απόσυρση. Στρεφόμαστε προς τον κόσμο, συναντάμε ανθρώπους, απαιτήσεις και ανάγκες, αλλά χρειαζόμαστε και στιγμές επιστροφής στον εαυτό μας, αφομοίωσης και ανάπαυσης.
Όταν η ζωή γεμίζει συνεχώς με υποχρεώσεις, ευθύνες και διαθεσιμότητα, αυτός ο ρυθμός διαταράσσεται. Παραμένουμε στραμμένοι προς τα έξω για τόσο μεγάλο διάστημα, ώστε χάνουμε την επαφή με την ανάγκη μας να αποσυρθούμε.
Έτσι, η ξεκούραση δεν γίνεται μια φυσική διαδικασία ανανέωσης αλλά κάτι που προσπαθούμε να χωρέσουμε ανάμεσα σε δύο υποχρεώσεις.
Από αυτή τη σκοπιά, η ανάπαυση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι μια βασική ανθρώπινη ανάγκη. Είναι ο χώρος μέσα στον οποίο μπορούμε να ακούσουμε ξανά τον εαυτό μας, να αισθανθούμε τι έχουμε ανάγκη και να ανακτήσουμε σταδιακά τον δικό μας ρυθμό.
Τι βοηθά πραγματικά στην ανάκαμψη;
Η έρευνα δείχνει ότι υπάρχουν ορισμένες εμπειρίες που συνδέονται με ουσιαστικότερη αποκατάσταση της ψυχικής και σωματικής ενέργειας (Sonnentag & Fritz, 2007):
Η ψυχική αποσύνδεση από τις υποχρεώσεις. Όχι μόνο να σταματάμε να εργαζόμαστε, αλλά να αφήνουμε για λίγο το μυαλό μας να περιπλανηθεί κάπου αλλού.
Οι στιγμές χαλάρωσης. Ο χρόνος στη φύση, η μουσική, η σιωπή, ένα ανοίκειο μέρος, ένας αργός περίπατος ή οτιδήποτε βοηθά το νευρικό σύστημα να βγει από τη διαρκή εγρήγορση και να συνδεθεί με το παρόν.
Η αίσθηση επιλογής. Να υπάρχει έστω ένα μικρό κομμάτι της ημέρας που δεν υπαγορεύεται από υποχρεώσεις αλλά από τις δικές μας ανάγκες.
Οι δραστηριότητες που μας τρέφουν. Όχι άλλες απαιτήσεις ή στόχοι, αλλά εμπειρίες που μας κάνουν να νιώθουμε ζωντανοί, δημιουργικοί ή συνδεδεμένοι.
Παρόλα αυτά, όταν η εξουθένωση έχει εγκατασταθεί για καιρό, συχνά χρειάζεται να κοιτάξουμε βαθύτερα τι είναι αυτό που μας κρατά τόσο συστηματικά αποσυνδεδεμένους από τις ανάγκες μας.



