Υπάρχουν ψέματα που τα λέμε τόσο συχνά ώστε έχουν πάψει να ακούγονται σαν ψέματα.
«Δεν με πείραξε.»
«Έτσι είναι τα πράγματα, θα το ξεπεράσω.»
«Δεν χρειάζομαι τίποτα από κανέναν.»
Ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, πριν από περισσότερα από εκατόν πενήντα χρόνια, έγραψε με σπάνια διεισδυτικότητα για το πώς ένας άνθρωπος μπορεί σιγά σιγά να απομακρυνθεί από αυτό που πραγματικά νιώθει, θέλει ή φοβάται και για το κόστος που μπορεί να έχει αυτή η απομάκρυνση στις σχέσεις του.
Δεν έγραψε εγχειρίδια ζωής. Έγραψε για ανθρώπους που μπερδεύονται, αντιφάσκουν, υπονομεύουν τον εαυτό τους, που θέλουν κάτι και ταυτόχρονα κάνουν ό,τι μπορούν για να μην το αποκτήσουν. Μίλησε για την ανθρώπινη αντίφαση, κάτι που μας διατρέχει όλους μας. Να ξέρουμε για παράδειγμα τι μας κάνει καλό και να κάνουμε το αντίθετο.
Ίσως γι' αυτό τον διαβάζουμε ακόμη.
Η ζωή του Ντοστογιέφσκι δεν ήταν υπόδειγμα ισορροπίας και ψυχικής υγείας. Συνελήφθη το 1849 για τη συμμετοχή του σε έναν κύκλο πολιτικής συζήτησης, οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα και έμαθε μόνο την τελευταία στιγμή ότι η θανατική ποινή ήταν σκηνοθετημένη. Ακολούθησαν τέσσερα χρόνια καταναγκαστικών έργων στη Σιβηρία. Είχε επιληψία, εθισμό στον τζόγο και χρέη, που επιβάρυναν σοβαρά τη ζωή και τον γάμο του.
Κι όμως, λίγες μέρες μετά την εικονική εκτέλεση, έγραψε στον αδελφό του για τη ζωή σαν ένα δώρο, για την αξία κάθε λεπτού.
Και στη συνέχεια συνέχισε να κάνει πράγματα που ο ίδιος γνώριζε ότι τον βλάπτουν.
Το να γνωρίζουμε τι έχει αξία δεν σημαίνει ότι μπορούμε αυτόματα να ζήσουμε σύμφωνα με αυτό.
Ανάμεσα στη γνώση και στην πράξη μεσολαβεί ένα ολόκληρο ψυχικό τοπίο: ο φόβος, η συνήθεια, η ντροπή, η ανάγκη για ανακούφιση, οι τρόποι με τους οποίους μάθαμε κάποτε να προστατεύουμε τον εαυτό μας, αυτοί οι μαθημένοι σχεδόν αυτόματοι τρόποι που έχουμε για να ανακουφίζουμε όλα μας τα συναισθήματα.
Η αυθεντική ζωή δεν είναι μια άψογη ζωή. Είναι περισσότερο η ικανότητα να παρατηρούμε πότε έχουμε απομακρυνθεί από αυτό που πραγματικά συμβαίνει μέσα μας και να μπορούμε, κάποια στιγμή, να επιστρέφουμε.
Στους Αδελφούς Καραμάζοφ, ο στάρετς Ζωσιμάς λέει κάτι που μοιάζει απλό, αλλά γίνεται όλο και πιο σύνθετο όσο το σκεφτόμαστε: μην λες ψέματα στον εαυτό σου. Γιατί, όταν επαναλαμβάνουμε διαρκώς το ίδιο ψέμα, κάποια στιγμή παύουμε να το ξεχωρίζουμε από την αλήθεια.
Δεν χρειάζεται να είναι ένα μεγάλο, συνειδητό ψέμα.
Μπορεί να είναι το «δεν με νοιάζει», ενώ μέσα μου το σεφτόμαστε συνέχεια . Ή το «δεν σε χρειάζομαι», ενώ φοβόμαστε απελπισμένα ότι θα φύγει. Το «έτσι είμαι εγώ», ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν τρόπο που μάθαμε να προστατευόμαστε.
Το παράδοξο είναι ότι αυτές οι φράσεις συνήθως δεν ξεκινούν ως ψέματα. Κάποτε μπορεί να ήταν ένας τρόπος να αντέξουμε κάτι που ήταν υπερβολικά δύσκολο να δούμε όπως ήταν.
Όταν κάτι πονά περισσότερο από όσο μπορούμε να αντέξουμε τη στιγμή που συμβαίνει, ο νους προσπαθεί να του δώσει μια εξήγηση που να το κάνει πιο υποφερτό.
«Δεν ήταν και τόσο σημαντικό.»
«Εγώ φταίω.»
«Έτσι είναι όλοι.»
«Δεν χρειάζομαι κανέναν.»
Η εξήγηση μπορεί αρχικά να ανακουφίζει και να κάνει μια κατάσταση πιο εύκολη να την αντέξουμε. Ένα γεγονός που αποκτά νόημα μοιάζει συχνά λιγότερο τρομακτικό από ένα γεγονός που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε ή μας ξεπερνάει.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι εξηγήσεις αυτές γίνονται ένας μόνιμος τρόπος να βλέπουμε την πραγματικότητα.
Τότε δεν λέμε πλέον στον εαυτό μας «αυτός ήταν ο τρόπος που βρήκα κάποτε για να αντέξω». Λέμε «αυτή είναι η αλήθεια».
Στην ψυχοθεραπεία δεν πάμε να γκρεμίσουμε αυτές τις εξηγήσεις και να τις αφαιρέσουμε βίαια από την ιστορία ζωής του ατόμου. Χρειάζεται πρώτα να τις πλησιάσουμε με περιέργεια.
Στη ψυχοθεραπεία Gestalt αυτή η διαδικασία συνδέεται με την επίγνωση: με την ικανότητα να παρατηρούμε τι συμβαίνει τώρα, όχι μόνο στις σκέψεις μας αλλά και στο σώμα, στη φωνή, στην αναπνοή, στην κίνηση.
Γιατί κάποιες φορές το σώμα διαφωνεί με τα λόγια μας πολύ πριν το καταλάβουμε. Για παράδειγμα, κάποιος λέει: «Είμαι εντάξει με αυτό».
Κι όμως, παρατηρούμε ότι τα χέρια του σφίγγονται, οι ώμοι του κλείνουν ή η αναπνοή του αλλάζει, επιδεικνύοντας μια στάση σώματος που φανερώνει ίσως μια αντίφαση, πως κάτι μέσα του δεν συμφωνεί με αυτό που λέει.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι λέει ψέματα.
Μπορεί να σημαίνει ότι υπάρχουν μέσα του δύο διαφορετικές εμπειρίες που δεν έχουν ακόμη συναντηθεί.
Ένα μέρος του λέει «είμαι εντάξει» επειδή αυτό χρειάζεται για να συνεχίσει. Ένα άλλο μέρος ίσως λέει «πονάω», «φοβάμαι» ή «δεν θέλω αυτό που συμβαίνει».
Η επίγνωση δεν απαιτεί να αποφασίσουμε αμέσως ποιο από τα δύο είναι το σωστό.
Απαιτεί να μπορέσουμε να ακούσουμε και τα δύο.
Ίσως κανένας ήρωας του Ντοστογιέφσκι δεν εκφράζει αυτή την απομάκρυνση από τη ζωή πιο καθαρά από τον αφηγητή στις Σημειώσεις από το υπόγειο.
Είναι ένας άνθρωπος εξαιρετικά αναλυτικός. Παρατηρεί τον εαυτό του, τους άλλους, τις προθέσεις του, τις αντιδράσεις του. Προβλέπει τι μπορεί να συμβεί και φαντάζεται ξανά και ξανά τις συναντήσεις του.
Και ακριβώς γι' αυτό δυσκολεύεται να ζήσει.
Σκέφτεται μια πράξη τόσο πολύ, ώστε τελικά δεν την κάνει. Φαντάζεται μια συνάντηση, την αναλύει, την προβάρει και στο τέλος την καταστρέφει μόνος του. Πρόκειται για μια μορφή αποξένωσης που μας είναι πολύ οικεία.
Θέλουμε να μιλήσουμε σε κάποιον, αλλά περνάμε τόσο χρόνο σκεπτόμενοι τι θα πούμε και πώς μπορεί να εξελιχθεί αυτό, ώστε τελικά δεν κάνουμε το βήμα.
Θέλουμε να φύγουμε από μια κατάσταση, αλλά αναλύουμε τόσο πολύ όλες τις πιθανές συνέπειες, ώστε μένουμε εκεί.
Θέλουμε να πλησιάσουμε έναν άνθρωπο, αλλά πρώτα προσπαθούμε να εξασφαλίσουμε ότι δεν θα απορριφθούμε.
Και κάπως έτσι, η σκέψη που είναι εκεί για να μας βοηθάει να κατανοούμε την εμπειρία. γίνεται ένας τρόπος να την αποφύγουμε .
Στη Gestalt μιλάμε, μεταξύ άλλων, για την αναστροφή: την περίπτωση όπου η ενέργεια που αφορά τον κόσμο και τους άλλους στρέφεται τελικά προς τον εαυτό μας. Ένας τρόπος που κάποτε μπορεί να λειτούργησε προστατευτικά, όπως για παράδειγμα το να συγκρατώ το θυμό μου, όταν παραβιάζονται τα όρια μου και να να μην τον εκφράζω επειδή φοβάμαι ότι θα με μαλώσουν, μπορεί αργότερα να γίνει ένας τρόπος που περιορίζει την ικανότητα μου να αναγνωρίζω και να εκφράζω τα συναισθήματα μου, να διεκδικώ και να συνδέομαι αυθεντικά με τους άλλους.
Έτσι, ο θυμός όταν στρέφεται προς τον εαυτό αντί να εκφραστεί προς τα έξω, μπορεί να γίνει αυτοκριτική.
Η επιθυμία μπορεί να γίνεται ατελείωτη ανάλυση της επιθυμίας.
Η ανάγκη για επαφή ή εξερεύνηση να γίνει σκέψη για το πόσο επικίνδυνη ή μάταιη είναι η επαφή.
Απ' έξω μοιάζει με πολλή σκέψη και αναστολή.
Από μέσα μπορεί να είναι ανάγκες και επιθυμίες σε θέση αναμονής.
Η επιστροφή στην αλήθεια μας δεν είναι μία μεγάλη απόφαση
Ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο όπου ο Ντοστογιέφσκι συναντά την ψυχοθεραπεία. Δεν χρειάζεται να βρούμε τη «μεγάλη αλήθεια» για τον εαυτό μας. Μερικές φορές η επιστροφή στην αυθεντικότητα μας αρχίζει από πολύ μικρότερα πράγματα.
Να παραδεχτούμε ότι κάτι μας πείραξε.
Να αναγνωρίσουμε ότι θυμώσαμε.
Να παραδεχτούμε ότι χρειαζόμαστε κάποιον, ενώ μέχρι χθες λέγαμε ότι δεν έχουμε ανάγκη κανέναν.
Να μπορέσουμε να πούμε «δεν ξέρω» αντί να κατασκευάσουμε άλλη μία ιστορία.
Η αυθεντικότητα δεν είναι να γνωρίζουμε πάντα τι νιώθουμε ούτε να εκφράζουμε κάθε συναίσθημα και σκέψη αμέσως.
Είναι περισσότερο η δυνατότητα να μην εγκαταλείπουμε τόσο εύκολα αυτό που συμβαίνει μέσα μας για μια εύκολη εξήγηση.
Και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο.
Ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι δεν έζησε μια ζωή απαλλαγμένη από αντιφάσεις. Έχασε χρόνια, έκανε επιλογές που γνώριζε ότι τον έβλαπταν, προσπάθησε, απέτυχε και ξαναπροσπάθησε.
Ίσως γι' αυτό οι ήρωες του μοιάζουν τόσο ζωντανοί.
Δεν μας μιλούν από μια θέση τελειότητας.
Μας μιλούν από μέσα από την ανθρώπινη αντίφαση.
Από εκεί όπου ο άνθρωπος ξέρει και ταυτόχρονα δεν μπορεί. Θέλει και ταυτόχρονα φοβάται. Αγαπά και ταυτόχρονα απομακρύνεται. Καταλαβαίνει τι πρέπει να αλλάξει και παρ' όλα αυτά επιστρέφει ξανά στο ίδιο σημείο.
Και ίσως η επιστροφή στην αλήθεια μας να μην είναι κάτι που το πετυχαίνουμε μία φορά.
Ίσως να είναι η διάθεση να επιστρέφουμε κάθε φορά που καταλαβαίνουμε ότι απομακρυνθήκαμε από αυτήν.
Μερικές φορές είναι δύσκολο να το κάνουμε μόνοι μας. Όχι επειδή κάποιος άλλος γνωρίζει την αλήθεια μας καλύτερα από εμάς, αλλά επειδή η παρουσία ενός ανθρώπου που ακούει χωρίς να βιάζεται να διορθώσει μπορεί να μας βοηθήσει να ακούσουμε κι εμείς λίγο πιο καθαρά τον εαυτό μας.
Αυτό, σε μεγάλο βαθμό, μπορεί να προσφέρει η ψυχοθεραπεία.



