Μία από τις πιο σημαντικές ικανότητες για τις σχέσεις μας, αλλά και για τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο, είναι η δυνατότητα να αντέχουμε δύο αντιφατικές αλήθειες ταυτόχρονα.
Να μπορούμε, δηλαδή, να αναγνωρίζουμε ότι ένας άνθρωπος μπορεί να μας πληγώνει σε κάποιες στιγμές και ταυτόχρονα να είναι σημαντικός για εμάς. Ότι μια σχέση μπορεί να μας δυσκολεύει και παράλληλα να μας εξελίσσει. Ότι μπορούμε να αγαπάμε και να επιλέγουμε κάποιον χωρίς να μας αρέσουν όλες οι πλευρές του συνεχώς.
Η ικανότητα αυτή αποτελεί δείκτη συναισθηματικής ωριμότητας και ψυχικής ευελιξίας. Δεν αφορά την άρνηση των δυσκολιών ούτε την ανοχή σε κακοποιητικές συμπεριφορές. Αφορά τη δυνατότητα να βλέπουμε την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας χωρίς να καταρρέουμε μέσα στην απογοήτευση ή να οδηγούμαστε αμέσως σε απόλυτα συμπεράσματα.
Ένας λιγότερο ώριμος συναισθηματικά οργανισμός τείνει να κατηγοριοποιεί τους ανθρώπους, τις σχέσεις και τις εμπειρίες ως απόλυτα «καλές» ή απόλυτα «κακές». Όταν νιώθει ασφάλεια, εξιδανικεύει. Όταν πληγώνεται ή απογοητεύεται, υποτιμά ή απορρίπτει ολοκληρωτικά.
Στην πραγματικότητα όμως, η ψυχική ανάπτυξη συνδέεται με την ικανότητα να αντέχουμε ότι οι άνθρωποι δεν είναι μονοδιάστατοι. Ότι μέσα σε κάθε σχέση συνυπάρχουν η σύνδεση και η απογοήτευση, η εγγύτητα και η ματαίωση, η αγάπη και ο θυμός. Και ότι η οικειότητα δεν χτίζεται μέσα από την τελειότητα, αλλά μέσα από την αντοχή απέναντι σε αυτή την πολυπλοκότητα.
Αυτό φαίνεται ήδη από την παιδική ανάπτυξη. Τα μικρά παιδιά, αναπτυξιακά, δυσκολεύονται να δουν έναν άνθρωπο ολόκληρο με όλες τις αντιφατικές του πλευρές. Η μητέρα ή ο πατέρας είναι είτε «τέλειοι» και αγαπημένοι είτε «κακοί» και απορριπτέοι. Έτσι, ένα παιδί μπορεί τη μία στιγμή να λέει «σ’ αγαπώ» και λίγο αργότερα «σε μισώ».
Πολλοί γονείς πληγώνονται όταν ακούν αυτές τις φράσεις και φοβούνται ότι το παιδί όντως τους απορρίπτει. Στην πραγματικότητα όμως, το παιδί δεν έχει ακόμη αναπτύξει πλήρως την ικανότητα να κρατά συναισθηματικά και τις δύο εμπειρίες μαζί: ότι αγαπά έναν άνθρωπο και ταυτόχρονα θυμώνει μαζί του.
Καθώς μεγαλώνουμε, αυτή η δυσκολία συχνά συνεχίζει να εμφανίζεται και στις ενήλικες σχέσεις. Μπορεί ο σύντροφος μας να μας πυροδοτεί με κάτι που κάνει και εκείνη τη στιγμή να γεννιέται μέσα μας η παρόρμηση να τον υποτιμήσουμε, να τον απορρίψουμε ή να πιστέψουμε πως δεν μας ταιριάζει τελικά.
Όταν βρισκόμαστε μέσα στη δυσφορία, στον θυμό ή στη ματαίωση, δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε τα στοιχεία που μας συνδέουν με τον άλλον. Η συναισθηματική ένταση στενεύει προσωρινά την οπτική μας. Έτσι, μια στιγμή απογοήτευσης μπορεί να βιωθεί ως απόδειξη ότι όλη η σχέση είναι λάθος.
Όμως στις υγιείς σχέσεις, δεν αγαπάμε τον άλλον επειδή δεν μας απογοητεύει ποτέ. Τον αγαπάμε ενώ γνωρίζουμε ότι κάποιες στιγμές θα μας δυσκολέψει, θα μας θυμώσει ή θα μας απογοητεύσει. Μπορούμε να αγαπάμε κάποιον και ταυτόχρονα να μη μας αρέσει η συμπεριφορά του σε ορισμένες στιγμές. Και αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η σχέση είναι λανθασμένη ή ακατάλληλη για εμάς.
Πολλές φορές, όταν η πραγματικότητα μιας σχέσης συγκρούεται με αυτό που φανταζόμασταν ή περιμέναμε, γεννιέται γρήγορα η αίσθηση ότι κάτι πάει λάθος. Ότι ίσως ο άλλος δεν είναι ο σωστός άνθρωπος ή ότι η σχέση δεν είναι αρκετά καλή και δεν είναι αυτό που θέλουμε και χρειαζόμαστε πραγματικά.
Συχνά όμως δεν είναι η ύπαρξη δυσκολιών που καθορίζει την ποιότητα μιας σχέσης, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τις διαχειριζόμαστε. Οι ουσιαστικές σχέσεις δεν προκύπτουν μαγικά ούτε χτίζονται πάνω στην απουσία σύγκρουσης. Χτίζονται μέσα από τη δυνατότητα δύο ανθρώπων να αντέχουν την απογοήτευση, να επικοινωνούν αυτό που πονά και να επιστρέφουν ο ένας προς τον άλλον μετά τη ρήξη.
Αν κάθε απογοήτευση σημαίνει αυτόματα ότι ο άλλος είναι κακός, ακατάλληλος ή λάθος, τότε η οικειότητα γίνεται σχεδόν αδύνατη. Γιατί η πραγματική οικειότητα απαιτεί να μπορούμε να πούμε: «Αυτό που έγινε με πλήγωσε. Δυσκολεύομαι. Θυμώνω. Αλλά θέλω να καταλάβω τι συνέβη ανάμεσά μας και αν μπορούμε να το δουλέψουμε μαζί.»
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η βαθιά σημασία της επανόρθωσης μιας εξαιρετικά ουσιαστικής έννοιας στις ανθρώπινες σχέσεις και ιδιαίτερα στην ψυχοθεραπεία. Επανόρθωση σημαίνει να μπορώ να επιστρέψω σε αυτό που πόνεσε, να αναγνωρίσω τη δυσκολία, τον πόνο ή τη ρήξη που δημιουργήθηκε και να προσπαθήσω να ξαναχτίσω τη σύνδεση αντί να προσποιούμαι ότι δεν έγινε τίποτα και ότι θα το ξεχάσουμε.
Οι ασφαλείς σχέσεις δεν είναι σχέσεις χωρίς ρήξεις. Είναι σχέσεις όπου υπάρχει η δυνατότητα επιστροφής, αναγνώρισης και επανασύνδεσης.
Η ικανότητα να βλέπουμε έναν άνθρωπο ολόκληρο και όχι μέσα από απόλυτες κατηγορίες αποτελεί μια βαθιά ανθρώπινη και ώριμη στάση απέναντι στις σχέσεις. Σημαίνει να μπορούμε να δούμε και τα λάθη και τις αστοχίες και τις αδυναμίες, χωρίς να διαγράφουμε όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν τον άνθρωπο απέναντι μας.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι ένα από τα πιο δύσκολα αλλά και πιο ουσιαστικά κομμάτια της ψυχικής ωρίμανσης: να αντέχουμε ότι οι άνθρωποι που αγαπάμε δεν θα είναι ποτέ μόνο αυτό που χρειαζόμαστε, αλλά ούτε μόνο αυτό που μας πλήγωσε.
Όπως και εμείς.



