Σε μια συνεδρία χθες, ένας θεραπευόμενος αναρωτήθηκε αν η συναισθηματική απομάκρυνση που βιώνει το τελευταίο διάστημα από την παρέα στην οποία ανήκει τα τελευταία 20 χρόνια περίπου, θα μπορούσε να αφορά μια διαδικασία πένθους. Η ερώτηση ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και ξεκίνησε μια διαδικασία ενδοσκόπησης και αναγνώρισης προσωπικής πορείας και εξέλιξης και πώς αυτά μπορεί να συνδέονται με το συγκεκριμένο αίσθημα του.
Έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε το πένθος ως ψυχική συνέπεια ενός σωματικού θανάτου. Η ζωή όμως είναι γεμάτη από μικρές και μεγάλες απώλειες, ή διαδικασίες που κινητοποιούν συναισθήματα πένθους. Η απώλεια εργασίας ή μιας καριέρας όπως τη φανταστήκαμε, το τέλος μιας σχέσης και της κοινής ιστορίας που χτίσαμε εκεί, η απώλεια πλευρών του εαυτού ή συνηθειών, είναι μερικές από τις απώλειες που δεν αναγνωρίζονται ως τέτοιες και που κινούν μέσα μας αισθήματα αντίστοιχα ενός πένθους. Ακόμη και μια μετακόμιση ή η ενηλικίωση των παιδιών και η απομάκρυνση τους από το σπίτι ή η απώλεια της υγείας, ή ενός μέλλοντος όπως το φανταστήκαμε μπορεί να αποτελούν υπαρξιακές απώλειες. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις κινητοποιούνται άγχη μέσα μας που πολλές φορές δεν τα αναγνωρίζουμε αφού σε αντίθεση με το σωματικό θάνατο που συμβαίνει ξεκάθαρα μπροστά μας, εδώ βιώνεται μόνο μέσα μας. Η πραγματικότητα έχει αλλάξει μόνο για εμάς και κανείς άλλος δεν μπορεί να αντιληφθεί αυτό που αισθανόμαστε.
Ο εγκέφαλος μας δεν μπορεί εύκολα να διακρίνει τον βιολογικό θάνατο από τον συμβολικό. Αντίστοιχα συναισθήματα θυμού, άρνησης, θλίψης, κενού, κινητοποιούνται και στις δύο περιπτώσεις και έχει παρατηρηθεί ότι στρεσογόνα γεγονότα όπως η απόλυση, μπορεί να προκαλέσουν εκτεταμένη έκκριση κορτιζόλης (ορμόνης του στρες) όπως η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Επίσης, ο πόνος της απόρριψης, ή της απώλειας ενός ρόλου, έχει βρεθεί ότι ενεργοποιεί ίδιες περιοχές σε περιπτώσεις φυσικού πόνου και πένθους, όπως καταγράφηκε μέσα από μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου.
Η Pauline Boss εισήγαγε τον όρο ασαφές πένθος (ambiguous loss) για να περιγράψει το πένθος που δεν έχει αναγνωριστεί και δεν έχει γίνει αντικείμενο επεξεργασίας, μένοντας μέσα μας παγωμένο. Μια μορφή αυτού του πένθους αποτελεί η φυσική απουσία αλλά ψυχολογική παρουσία κάποιου προσώπου. Μερικά παραδείγματα είναι η περίπτωση εξαφάνισης κάποιου ή ένας χωρισμός. Μια δεύτερη μορφή αφορά το πένθος που σχετίζεται μεν με την φυσική παρουσία αλλά ταυτόχρονα την ψυχολογική απουσία του ατόμου, όπως συμβαίνει σε περιπτώσεις άνοιας, χρόνιας σοβαρής ψυχικής ασθένειας ή εθισμών, όπου το άτομο είναι παρόν αλλά δεν το αισθανόμαστε έτσι. Αυτός που ξέραμε έχει χαθεί και έχει γίνει κάποιος άλλος.
Επίσης υπάρχουν τα πένθη που δεν επιτρέπεται να νιώσουμε και να εκφράσουμε, όπως συμβαίνει σε περιπτώσεις που υπήρχαν κρυφές σχέσεις με κάποιο άτομο που έχει πεθάνει. Το άτομο είναι σαν να μην έχει το δικαίωμα στο θρήνο και αυτό είναι κάτι που δυσκολεύει την επεξεργασία του.
Εάν ο εαυτός μας είναι ένα σύνολο διαφορετικών πλευρών και ρόλων που χτίζουμε κατά τη διάρκεια της ζωής, τότε στην απώλεια σημαντικών ρόλων, πχ της κόρης, του γιου, της/του συζύγου, χάνουμε και έναν τρόπο που είχαμε μάθει να υπάρχουμε. Εκεί είναι που αναδύεται το υπαρξιακό κενό, γιατί κάτι όπως το ξέραμε παύει να υπάρχει μη γνωρίζοντας πώς να υπάρξουμε πια. Τέλος, όπως τονίζει και ο Yalom, ακόμη και κάθε επιλογή που κάνουμε στη ζωή αποτελεί μια απώλεια όλων των άλλων πιθανών σεναρίων που θα μπορούσαμε να έχουμε ζήσει.
Το να αντιμετωπίσουμε όλες τις παραπάνω εμπειρίες της ζωής ως μικρές απώλειες, μας βοηθάει να σταθούμε διαφορετικά στη ζωή. Χωρίς την επεξεργασία των συναισθημάτων που αναδύονται σε αυτή τη διαδικασία δεν μπορούμε να μεγαλώσουμε ολόκληρα, χωρίς το παρελθόν να μας τραβάει σε κάθε θύμηση του. Όταν αυτά που κινητοποιούνται δεν εκφράζονται και δεν γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας, τότε μένουν μέσα μας και προστίθενται το ένα επάνω στο άλλο, διαμορφώνοντας μια χρόνια και μπερδεμένη μάζα από άγνωστα στοιχεία που τα κουβαλάμε χωρίς να τα γνωρίζουμε. Η ζωή είναι μια συνεχής εμπειρία απώλειας και γέννησης και η αυθεντική ύπαρξη απαιτεί να είμαστε σε σύνδεση και με τις δύο διαδικασίες. Μόνο μέσα από την επαφή με τους μικρούς θανάτους και αποχωρισμούς, μπορούμε να αντέξουμε να κοιτάξουμε καλύτερα τον ήλιο (τίτλος από βιβλίο του Γιάλομ Staring at the Sun, Overcoming the Terror of Death).
Βιβλιογραφία:
Yalom, I. D. (2008). Staring at the sun: Overcoming the terror of death. Jossey-Bass/Wiley.



