Στην υπαρξιακή ψυχολογία, ο θάνατος δεν θεωρείται απλώς ένα μεμονωμένο γεγονός στο τέλος της ζωής, αλλά μια μόνιμη παρουσία που δονεί ολόκληρη την ύπαρξη μας. Ο Yalom υποστηρίζει ότι το άγχος του θανάτου είναι το "πρωτογενές άγχος”, στη βάση του οποίου χτίζονται άμυνες και συμπτώματα σε μια προσπάθεια να προστατευτούμε από την οδυνηρή κοινή μας μοίρα.
Για πολλούς, ο θάνατος δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά μια ζωντανή μνήμη. Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου αφήνει πίσω της ίχνη που μας στοιχειώνουν: μια ξαφνική ευαισθησία σε ήχους, μια απέχθεια για συγκεκριμένα φαγητά ή μια παράλογη αποφυγή στοιχείων που φέρουν το άρωμα της απώλειας. Αυτές οι φοβίες είναι οι «μεταμφιέσεις» του άγχους θανάτου.
Φόβοι που ενδεχομένως με μια πρώτη ανάγνωση δεν αναγνωρίζουμε ότι σχετίζονται άμεσα με τη θνητότητα μας μπορεί επίσης να συνδέονται με αυτό. Πολλά συμπτώματα όπως κατάθλιψη, άγχος, φοβίες, κινητοποιούνται από το φόβο του θανάτου ή εντείνονται από τον τρόμο της ανυπαρξίας.
Ενδιαφέρον προκαλεί ότι ακόμα και εμμονές με σεξουαλικές εμπειρίες ή μια υπέρμετρη σεξουαλικότητα μπορεί να χρησιμοποιούνται ως αντίδοτο στο θάνατο και τη φθορά. Μετά από την απώλεια κάποιου κοντινού προσώπου ή τη διάγνωση μιας σοβαρής ασθένειας, ορισμένοι άνθρωποι παρουσιάζουν μια ξαφνική, σχεδόν καταναγκαστική σεξουαλική διέγερση. Πρόκειται για μια βιολογική απάντηση στο κενό και τον φόβο απέναντι στην ανυπαρξία. Αν ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής, τουλάχιστον όπως την ξέρουμε, τότε το σεξ είναι η απόλυτη επιβεβαίωση της ζωής, της ορμής και της σύνδεσης. Είναι η βιολογική απάντηση στη φθορά. Όπως γράφει ο Yalom, το να νιώθεις το σώμα σου να πάλλεται από ηδονή είναι η πιο δυνατή απόδειξη ότι δεν είσαι ακόμα νεκρός.
Κάθε άνθρωπος φοβάται το θάνατο με το δικό του τρόπο και άρα δημιουργεί τα δικά του συμπτώματα ως έκφραση αυτού του φόβου. Για κάποιους είναι πιο ξεκάθαρα και φανερά και για άλλους πιο υπόγεια και κρυμμένα, πίσω από συνήθειες, αποφυγές, προτιμήσεις ή φοβίες. Έτσι κάποιοι άνθρωποι παθαίνουν εμμονή με την δουλειά και την παραγωγικότητα. Αυτό αποτελεί έναν τρόπο τους να νιώθουν ζωντανοί, παντοδύναμοι και ότι έχουν αξία. Ο καταιγισμός υποχρεώσεων, τους δίνει την ψευδαίσθηση του ελέγχου και της δύναμης μιας και η συνεχόμενη ασχολία, καλύπτει την επικίνδυνη για αυτούς παύση που μπορεί να υπάρχει στην απόσυρση και ξεκούραση, φέρνοντας την αίσθηση της απραξίας και της ανυπαρξίας. Η σκέψη πίσω από αυτή την άμυνα είναι συνήθως: "Αν είμαι συνεχώς σε κίνηση και παράγω, ο θάνατος δεν θα μπορέσει να με προφτάσει".
Αντίστοιχα η εμμονή με το σώμα και την υπερβολική ενασχόληση με τη διατροφή, τη γυμναστική ή τις ιατρικές εξετάσεις, μπορεί να κρύβει το φόβο του θανάτου που μετατοπίζεται σε ένα πεδίο που νιώθουμε ότι μπορούμε να "ελέγξουμε".
Παρόλο που η πραγματικότητα του θανάτου μας καταστρέφει, η ιδέα του μπορεί να μας απελευθερώσει. Για τον Yalom, η επίγνωση του θανάτου λειτουργεί ως "αφυπνιστικό γεγονός" . Όταν σταματήσουμε να σπαταλάμε ενέργεια για να απωθήσουμε το αναπόφευκτο, αυτή η ενέργεια επιστρέφει στη ζωή. Μας ωθεί να επαναξιολογήσουμε τις προτεραιότητές μας και μας δίνει το θάρρος να αλλάξουμε μια ζωή που δεν μας εκφράζει. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από μια απώλεια, πολλοί βρίσκουν τη δύναμη να προχωρήσουν σε αλλαγές που πρωτύτερα τους φάνταζαν αδιανόητες.
Ίσως για αυτό πολλά άγχη και φόβοι μας έρχονται λίγο πριν κοιμηθούμε, όταν σβήνουν τα φώτα. Ο ύπνος είναι κατά κάποιον τρόπο ένας συμβολικός θάνατος, μια προσωρινή παράδοση του ελέγχου. Τα παιδιά το αντιλαμβάνονται αυτό ενστικτωδώς και γι' αυτό αναζητούν τον καθησυχασμό και την παρουσία του γονέα—μια επιβεβαίωση ότι ο κόσμος (και τα ίδια) θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Στην Ελληνική μυθολογία Ο Θάνατος και ο Ύπνος ήταν δίδυμα αδέρφια, παιδιά της Νύχτας και του Ερέβους. Οι αρχαίοι Έλληνες έβλεπαν τον ύπνο ως ένα μικρό θάνατο, μια προσωρινή απουσία από τον κόσμο των ζωντανών, μια οπτική που τους βοηθούσε να παρατηρούν και να φιλοσοφούν στη θνητότητα τους με έναν τρόπο πιο συμβολικό.
Η υπαρξιακή ψυχοθεραπεία και η ψυχοθεραπεία Gestalt δεν προσπαθoύν να ανακουφίσουν απλώς από τα μεμονωμένα συμπτώματα. Αντίθετα, ο στόχος είναι να βοηθήσουμε τους θεραπευόμενους να δουν το φόβο που κρύβεται από κάτω. Η αποδοχή του αναπόφευκτου μειώνει την ανάγκη για παράδοξες άμυνες και μας επιτρέπει να ζούμε χωρίς να παλεύουμε το αναπόφευκτο. Όπως λέει ο Yalom, "όσο λιγότερο ζει κανείς τη ζωή του, τόσο περισσότερο φοβάται τον θάνατο".
Η συμφιλίωση με το τέλος του κόσμου όπως τον ξέρουμε ξεκινά από την επαφή με τους «μικρούς θανάτους» που υπάρχουν παντού στη ζωή μας. Όταν για παράδειγμα στερούμε από ένα παιδί το να πενθήσει για την απώλεια ενός κατοικίδιου ή ακόμα και ενός αγαπημένου αντικειμένου, προσφέροντας αντιπερισπασμούς για να «ξεχαστεί», του αφαιρούμε μια πολύτιμη υπαρξιακή άσκηση. Η αναγνώριση και η επαφή με τη λύπη και με όλα τα συναισθήματα που εμπεριέχονται στην απώλεια είναι η μόνη οδός που χτίζει αληθινή ανθεκτικότητα. Αντί να «προστατεύουμε» τα παιδιά από το πένθος, οφείλουμε να σταθούμε δίπλα τους, διδάσκοντας τους πώς να στέκονται ολόκληρα απέναντι στην απώλεια και όχι πώς να την αποφεύγουν.
Βιβλιογραφία:
Yalom, I. D. (2008). Στον κήπο του Επίκουρου: Αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου. Μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου. Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα.



