ψυχική ανθεκτικότητα• 10 λεπτά ανάγνωσης• 9/8/2026 (53 ημέρες πριν)

«Ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό;»: Τι ισχύει για το τραύμα και την ψυχική ανθεκτικότητα

Μαρία Νικοπούλου
Ψυχολόγος Α.Π.Θ., MSc – Gestalt Ψυχοθεραπεύτρια

«Ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό;»:  Τι ισχύει για το τραύμα και την ψυχική ανθεκτικότητα

«Ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό».


Είναι μία από εκείνες τις φράσεις που ακούγονται ενθαρρυντικές και υποστηρικτικές, μέχρι τη στιγμή που περνάμε κάτι πραγματικά δύσκολο και διαπιστώνουμε ότι δεν αισθανόμαστε καθόλου πιο δυνατοί. Μπορεί να αισθανόμαστε πιο φοβισμένοι. Πιο ευάλωτοι. Πιο κουρασμένοι. Να τρομάζουμε πιο εύκολα, να δυσκολευόμαστε να εμπιστευτούμε, να βρισκόμαστε συνεχώς σε επιφυλακή ή να νιώθουμε ότι το σώμα μας δεν μπορεί να χαλαρώσει και να εμπιστευτεί. Και τότε η ίδια φράση μπορεί να μας περάσει ένα δεύτερο, πολύ πιο σκληρό μήνυμα:

«Αφού αυτό που πέρασα δεν με έκανε πιο δυνατό, μήπως κάτι δεν πάει καλά με εμένα;»


Η σύγχρονη έρευνα για το στρες, το τραύμα και την ανθεκτικότητα μας καλεί να δούμε τα πράγματα λίγο διαφορετικά. Το τραύμα δεν είναι προπόνηση. Ο εγκέφαλος δεν δυναμώνει απλώς επειδή υπέφερε Συχνά φανταζόμαστε το στρες σαν την άσκηση. Όπως ένας μυς δυναμώνει όταν του προσθέτουμε βάρος, υποθέτουμε ότι κάθε δύσκολη εμπειρία προσθέτει ένα ακόμη «βάρος» και ότι, αν αντέξουμε αρκετά, κάποια στιγμή θα έχουμε γίνει πιο δυνατοί.


Ο οργανισμός μας πράγματι έχει μία εκπληκτική ικανότητα προσαρμογής. Όταν αντιμετωπίζουμε μία απειλή ή μία έντονη πρόκληση, το σώμα κινητοποιείται: αυξάνεται η εγρήγορση, αλλάζει ο καρδιακός ρυθμός, απελευθερώνονται ορμόνες του στρες και συγκεντρώνουμε περισσότερη ενέργεια σε αυτό που χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε. Αυτή η προσαρμογή είναι απαραίτητη για την επιβίωσή μας.


Το πρόβλημα αρχίζει όταν δεν υπάρχει αρκετός χρόνος μεταξύ των στρεσσογόνων και απαιτητικών καταστάσεων για να επιστρέψουμε στην ηρεμία. Όταν το στρες είναι συνεχές ή επαναλαμβανόμενο, το σώμα χρειάζεται να καταβάλλει ξανά και ξανά προσπάθεια για να προσαρμοστεί. Ο Bruce McEwen περιέγραψε το συσσωρευτικό κόστος αυτής της συνεχούς προσαρμογής με τον όρο αλλοστατικό φορτίο (allostatic load) (McEwen, 2004).


Με απλά λόγια, μπορούμε να το σκεφτούμε έτσι: το σώμα μπορεί να αντέξει το στρες, αλλά η συνεχής προσπάθεια να αντέχει έχει κόστος. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι που έχουν εκτεθεί σε πολλές δυσμενείς εμπειρίες, ιδιαίτερα κατά την παιδική ηλικία, μπορεί να εμφανίζουν αργότερα μεγαλύτερο συνολικό φορτίο στρες στον οργανισμό τους (Guidi et al., 2021). Αυτό δεν σημαίνει ότι το τραύμα οδηγεί με βεβαιότητα σε προβλήματα ψυχικής υγείας ή ότι όλοι οι άνθρωποι αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο. Σημαίνει όμως ότι η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε στρεσογόνες συνθήκες μπορεί να αφήνει ένα αποτύπωμα στον τρόπο με τον οποίο το σώμα διαχειρίζεται το στρες.


Επομένως, η διαδικασία δεν είναι απαραίτητα: στρες → προσαρμογή → περισσότερη δύναμη.

Πολλές φορές είναι: στρες → προσαρμογή → προσωρινή επιβίωση → κόστος → ανάγκη για αποκατάσταση.


Το νευρικό σύστημα δεν μαθαίνει μόνο να αντέχει. Μαθαίνει και να προστατεύεται.


Μετά από έντονες ή επαναλαμβανόμενες τραυματικές εμπειρίες, το νευρικό μας σύστημα μπορεί να γίνει περισσότερο ευαίσθητο σε σημάδια κινδύνου. Αν κάποιος έχει μάθει ότι ο κίνδυνος μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά, είναι προτιμότερο για τον εγκέφαλο να αντιδράσει κάποιες φορές σε κάτι που τελικά δεν ήταν απειλητικό, παρά να αγνοήσει μία πραγματική απειλή. Έτσι, μετά από τραυματικές εμπειρίες μπορεί να εμφανιστούν μια διαρκής ανάγκη για να προσέχουμε, αυξημένη αντιδραστικότητα, δυσκολία να αισθανθούμε ασφάλεια ή έντονες αντιδράσεις σε ερεθίσματα που θυμίζουν, ακόμη και έμμεσα, προηγούμενο κίνδυνο.


Ο εγκέφαλος, με άλλα λόγια, μπορεί να γίνει πολύ καλός στο να αναζητά στο περιβάλλον αυτό που θα μπορούσε να πάει στραβά. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που βιώνει ένα τραυματικό γεγονός θα αναπτύξει μετατραυματικό στρες. Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι παρουσιάζουν πολύ διαφορετικές πορείες μετά από ένα τραυματικό γεγονός και πολλοί ανακάμπτουν χωρίς να αναπτύξουν μία χρόνια διαταραχή (Bonanno, 2004). Δεν υπάρχει, λοιπόν, μία μοναδική «νευρολογική μοίρα» μετά το τραύμα. Υπάρχει ευαλωτότητα, υπάρχει προσαρμογή, υπάρχει ανθεκτικότητα και υπάρχει δυνατότητα αποκατάστασης.


Μετά από σοβαρό στρες, ο τρόπος με τον οποίο αυτά τα συστήματα στον εγκέφαλο συνεργάζονται μπορεί να αλλάξει. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι κάποιος αντιδρά πιο γρήγορα σε πιθανούς κινδύνους ή δυσκολεύεται περισσότερο να «κατεβάσει» την ένταση όταν η απειλή έχει περάσει (Roeckner et al., 2021).


Δεν σημαίνει όμως ότι ο εγκέφαλός του έχει καταστραφεί ή ότι αυτή η κατάσταση είναι μόνιμη. Ο εγκέφαλος έχει πλαστικότητα. Οι άνθρωποι μπορούν να προσαρμοστούν, να μάθουν νέους τρόπους ρύθμισης και, μέσα από ασφαλείς εμπειρίες και σχέσεις, να αποκτήσουν σταδιακά διαφορετικές προσδοκίες για το τι είναι επικίνδυνο και τι όχι. Και αυτό είναι ένα σημαντικό μήνυμα: το τραύμα μπορεί να αλλάξει τον εγκέφαλο, αλλά οι αλλαγές αυτές δεν σημαίνει ότι το παρελθόν θα καθορίζει για πάντα τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργεί.


Δεν είναι λοιπόν ότι «γίναμε πιο αδύναμοι» και ίσως εδώ βρίσκεται μία από τις πιο σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που μιλάμε για το τραύμα. Ένας άνθρωπος που μετά από μία δύσκολη εμπειρία βρίσκεται διαρκώς σε ετοιμότητα για σημάδια κινδύνου δεν είναι απαραίτητα «πιο αδύναμος». Το νευρικό του σύστημα μπορεί να έχει γίνει πολύ ευαίσθητο σε κάτι συγκεκριμένο: στην ανίχνευση κινδύνου.


Ένας άνθρωπος που μεγάλωσε σε ένα απρόβλεπτο περιβάλλον μπορεί να έμαθε να καταλαβαίνει αμέσως τις αλλαγές στη φωνή του άλλου. Να αντιλαμβάνεται μία μικρή απόσταση. Να προσέχει μία αλλαγή στο βλέμμα. Να προβλέπει τη διάθεση των άλλων. Να μην χαλαρώνει ποτέ εντελώς. Αυτό κάποτε μπορεί να ήταν εξαιρετικά χρήσιμο. Όμως δεν ακολουθεί κίνδυνος κάθε φορά που κάποιος αλλάζει το βλέμμα ή τη διάθεσή του.


Δεν σημαίνει ότι κάθε αλλαγή στη συμπεριφορά του άλλου κρύβει μία απειλή. Και όταν έχουμε μάθει να ψάχνουμε συνεχώς για σημάδια κινδύνου, μπορεί τελικά να δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε τη διαίσθηση από τον φόβο και την πραγματική απειλή από την προσδοκία της. Γι' αυτό και στη ψυχοθεραπεία δεν χρειάζεται απλώς να μάθουμε να «αντέχουμε περισσότερο».

Χρειάζεται να μάθουμε ξανά να ξεχωρίζουμε: Πότε υπάρχει πραγματικός κίνδυνος και πότε υπάρχει ασφάλεια; Πότε χρειάζεται να προσέχω και πότε μπορώ να χαλαρώσω; Πότε το σώμα μου αντιδρά σε αυτό που συμβαίνει τώρα και πότε αντιδρά σε κάτι που έχει συμβεί στο παρελθόν; Αυτό δεν είναι αδυναμία. Είναι εκ νέου μάθηση της ασφάλειας. Η ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι δεν επηρεάστηκες Ένα ακόμη πρόβλημα με το «ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό» είναι ότι δημιουργεί μία λανθασμένη εικόνα για την ψυχική ανθεκτικότητα. Σαν να υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: εκείνοι που «λύγισαν» και εκείνοι που «δυνάμωσαν».


Η έρευνα δεν περιγράφει την ανθεκτικότητα τόσο απλά. Η ανθεκτικότητα μπορεί να σημαίνει ότι κάποιος επηρεάστηκε βαθιά αλλά κατάφερε σταδιακά να επανέλθει. Μπορεί να σημαίνει ότι παρουσίασε συμπτώματα για κάποιο διάστημα και στη συνέχεια ανέκτησε τη λειτουργικότητά του. Μπορεί επίσης να σημαίνει ότι, παρά τις δυσκολίες, υπήρχαν προστατευτικοί παράγοντες — σχέσεις, κοινωνική υποστήριξη, αίσθηση νοήματος, δυνατότητα ρύθμισης των συναισθημάτων — που βοήθησαν την προσαρμογή (Bonanno, 2004· Southwick et al., 2014).


Με άλλα λόγια: ανθεκτικότητα δεν σημαίνει «δεν με επηρέασε». Μπορεί να σημαίνει: «Με άγγιξε, με άλλαξε, αλλά μπόρεσα σταδιακά να ξαναβρώ έναν τρόπο να ζω». Δεν χρειάζεται να βρεις «το καλό» μέσα στο τραύμα Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πολύ δημοφιλής η έννοια της μετατραυματικής ανάπτυξης: η ιδέα ότι ορισμένοι άνθρωποι αναφέρουν θετικές αλλαγές μετά από μία τραυματική εμπειρία. Και αυτό πράγματι συμβαίνει. Κάποιοι άνθρωποι μετά από μία δύσκολη εμπειρία αναφέρουν μεγαλύτερη εκτίμηση για τη ζωή, διαφορετικές προτεραιότητες, βαθύτερες σχέσεις ή μία νέα αίσθηση προσωπικής δύναμης. Αλλά υπάρχει μία σημαντική λεπτομέρεια: το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι βρίσκουν ανάπτυξη μέσα από μία τραυματική εμπειρία δεν σημαίνει ότι το τραύμα ήταν απαραίτητο για να αναπτυχθούν. Ούτε σημαίνει ότι όποιος δεν αισθάνεται πιο δυνατός «δεν επεξεργάστηκε σωστά» το τραύμα.


Μάλιστα, η έρευνα γύρω από τη μετατραυματική ανάπτυξη έχει αρκετούς περιορισμούς. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι μπορεί να αναφέρουν ότι αισθάνονται πως έχουν αλλάξει ή αναπτυχθεί, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι όλες αυτές οι αλλαγές αντανακλούν αντικειμενική ψυχολογική βελτίωση (Boals, 2023). Αυτό δεν ακυρώνει τη μετατραυματική ανάπτυξη. Μας βοηθά όμως να τη δούμε πιο προσεκτικά.

Μετά από ένα τραύμα ή μια δύσκολη ψυχοπιεστική περίοδο χρειάζεται να μπορέσουμε να μάθουμε να επιστρέψουμε ξανά στην ασφάλεια. Πολύ συχνά μπορεί να έρχονται σκέψεις όπως: «Γιατί δεν το ξεπέρασα;» «Γιατί φοβάμαι ακόμη;» «Γιατί δεν είμαι πιο δυνατός-ή μετά από όλα αυτά;» «Άλλοι πέρασαν χειρότερα και τα κατάφεραν». Εδώ η αυτοκριτική μπορεί να γίνει ένα δεύτερο στρώμα πάνω από το αρχικό τραύμα. Δεν υπάρχει μόνο αυτό που συνέβη. Υπάρχει πλέον και το πώς μιλάμε στον εαυτό μας για αυτό που συνέβη και για το πώς «θα έπρεπε» να είμαστε μετά από αυτό. Και αυτή η εσωτερική επίθεση δεν είναι απαραίτητα ουδέτερη για το νευρικό μας σύστημα. Έρευνες έχουν συνδέσει την αυτοκριτική με συστήματα του εγκεφάλου που σχετίζονται με την επεξεργασία της απειλής και την αρνητική αυτοαξιολόγηση (Longe et al., 2010).


Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε στον εαυτό μας μπορεί να επηρεάσει το πώς βιώνουμε την απειλή και το στρες. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία μετά από τραυματικές εμπειρίες, όταν το σύστημα προστασίας μπορεί ήδη να βρίσκεται σε αυξημένη εγρήγορση.


Ο ρόλος της αυτοσυμπόνιας

Η αυτοσυμπόνια συχνά παρεξηγείται. «Αν είμαι επιεικής με τον εαυτό μου, δεν θα μου χαϊδεύω τα αυτιά;» «Αν δεν με πιέζω, πώς θα προχωρήσω;» «Δεν πρέπει να είμαι πιο δυνατός-ή;» Όμως αυτοσυμπόνια δεν σημαίνει να λέμε στον εαυτό μας ότι όλα είναι καλά ή να δικαιολογούμε τις επιλογές και τις πράξεις μας. Σημαίνει να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τον πόνο χωρίς να προσθέτουμε σε αυτόν ντροπή και επίθεση.

Να μπορούμε να πούμε: «Αυτό ήταν πολύ δύσκολο για μένα». «Έχει νόημα που το σώμα μου αντιδρά έτσι μετά από όσα πέρασα». «Δεν χρειάζεται να αποδείξω ότι είμαι δυνατός υποφέροντας περισσότερο». «Μπορώ να καταλάβω τι μου συνέβη χωρίς να κατηγορώ τον εαυτό μου γι' αυτό».


Σε μία πειραματική μελέτη, μία σύντομη παρέμβαση αυτοσυμπόνιας φάνηκε να μειώνει ορισμένες υποκειμενικές και σωματικές αντιδράσεις σε κοινωνικό στρες (Arch et al., 2014). Πιο πρόσφατη έρευνα με νευροαπεικόνιση έχει επίσης δείξει ότι η μείωση της αυτοκριτικής μετά από εκπαίδευση στην ενσυνείδητη αυτοσυμπόνια συνδέεται με αλλαγές στον τρόπο επικοινωνίας μεταξύ περιοχών του εγκεφάλου με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, τη διαχείριση των συναισθημάτων και την αντίδρασή μας στις απειλές (2025).


Τα ευρήματα αυτά μας δείχνουν ότι ο τρόπος με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στον εαυτό μας δεν είναι αδιάφορος για το πώς βιώνουμε το στρες.

Η πραγματική δύναμη μετά το τραύμα είναι το να μάθουμε ξανά να αναγνωρίζουμε τι χρειαζόμαστε και στο να βάζουμε διαφορετικά όρια. Να μάθουμε να αναγνωρίζουμε την υπερεπαγρύπνηση. Να καταλαβαίνουμε πότε το σώμα μας βρίσκεται σε συναγερμό. Να ξεχωρίζουμε το παρελθόν από το παρόν. Να ζητάμε βοήθεια. Να επιτρέπουμε σε έναν άνθρωπο να μας πλησιάσει χωρίς να περιμένουμε ότι θα μας πληγώσει. Να ανακαλύπτουμε σταδιακά ότι η ηρεμία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάτι κακό πρόκειται να ακολουθήσει. Η δύναμη δεν είναι η ικανότητα να αντέχουμε όλο και περισσότερο πόνο. Είναι η ικανότητα να μπορούμε να ζούμε χωρίς να χρειάζεται συνεχώς να προστατευόμαστε.


Και ίσως γι' αυτό, μετά το τραύμα, η πιο σημαντική ερώτηση δεν είναι: «Πώς θα γίνω πιο δυνατός;»

Αλλά:

«Πώς μπορώ να αισθανθώ ξανά αρκετά ασφαλής ώστε να μη χρειάζεται να είμαι δυνατός-ή όλη την ώρα;» Γιατί η επούλωση δεν είναι πάντα να αυξήσουμε την αντοχή μας στον πόνο. Μερικές φορές είναι να μάθουμε ότι δεν χρειάζεται πια να ζούμε μέσα σε αυτόν.



Βιβλιογραφία

Arch, J. J., Brown, K. W., Dean, D. J., Landy, L. N., Brown, K. D., & Laudenslager, M. L. (2014). Self-compassion training modulates alpha-amylase, heart rate variability, and subjective responses to social evaluative threat in women. Psychoneuroendocrinology, 42, 49–58. https://doi.org/10.1016/j.psyneuen.2013.12.018 PubMed

Boals, A. (2023). Illusory posttraumatic growth is common, but genuine posttraumatic growth is rare. Clinical Psychology Review, 99, 102230.

Bonanno, G. A. (2004). Loss, trauma, and human resilience: Have we underestimated the human capacity to thrive after extremely aversive events? American Psychologist, 59(1), 20–28. https://doi.org/10.1037/0003-066X.59.1.20

Guidi, J., Lucente, M., Sonino, N., & Fava, G. A. (2021). Allostatic load and its impact on health: A systematic review. Psychotherapy and Psychosomatics, 90(1), 11–27. https://doi.org/10.1159/000510696

Longe, O., Maratos, F. A., Gilbert, P., Evans, G., Volker, F., Rockliff, H., & Rippon, G. (2010). Having a word with yourself: Neural correlates of self-criticism and self-reassurance. NeuroImage, 49(2), 1849–1856. https://doi.org/10.1016/j.neuroimage.2009.09.019 PubMed

McEwen, B. S. (2004). Protection and damage from acute and chronic stress: Allostasis and allostatic overload and relevance to the pathophysiology of psychiatric disorders. Annals of the New York Academy of Sciences, 1032(1), 1–7. https://doi.org/10.1196/annals.1315.001

Southwick, S. M., Bonanno, G. A., Masten, A. S., Panter-Brick, C., & Yehuda, R. (2014). Resilience definitions, theory, and challenges: Interdisciplinary perspectives. European Journal of Psychotraumatology, 5(1), 25338. https://doi.org/10.3402/ejpt.v5.25338

Πίσω στα Άρθρα

Μοιραστείτε μια σκέψη

Φόρτωση σχολίων...

Χρειάζεστε υποστήριξη σε αυτό το θέμα;

Ατομική Ψυχοθεραπεία