υπερανάλυση• 13 λεπτά ανάγνωσης• 30/9/2026 (1 ημέρες πριν)

Υπερανάλυση: όταν οι σκέψεις μας γυρίζουν γύρω απο τα ίδια

Μαρία Νικοπούλου
Ψυχολόγος Α.Π.Θ., MSc – Gestalt Ψυχοθεραπεύτρια

Υπερανάλυση: όταν οι σκέψεις μας γυρίζουν γύρω απο τα ίδια

«Σκεφτόμουν συνέχεια αυτό που έκανα. Μήπως φάνηκε περίεργο; Γιατί το έκανα; Μήπως δεν έπρεπε να αντιδράσω έτσι;»


Αυτές είναι σκέψεις που μπορεί να αναφερθούν και για κάτι πάρα πολύ απλό και καθημερινό όπως για το πώς χαιρετήσαμε κάποιον, ή το πώς συμπεριφερθήκαμε σε μια στιγμή μπροστά σε άλλους.


Υπάρχουν στιγμές που σκέψεις σαν αυτές για κάτι που κάναμε ή που δεν κάναμε μέσα στην καθημερινότητά μας, αναπαράγονται μέσα μας για ώρες ή και μέρες μετά από ένα συμβάν. Σαν να μην μπορούμε να συμφιλιωθούμε με αυτό, σαν να μην μπορούμε να αποδεχτούμε τον εαυτό μας και σαν να μην ξέρουμε γιατί φερόμαστε έτσι όπως φερόμαστε. Σαν τη στιγμή που συμβαίνει κάτι να είμαστε αλλού με το μυαλό και έτσι μη όντας εστιασμένοι εκεί, δρούμε ασυντόνιστα, μηχανικά, όχι όπως θα θέλαμε. Και οι σκέψεις έρχονται μετά για να μας θυμίσουν ότι δεν συμπεριφερθήκαμε όπως θα θέλαμε, αλλά όπως νομίζαμε ότι πρέπει, χωρίς να είναι μια δική μας επιλογή.


Έτσι, όταν έρθουν συγκεκριμένες σκέψεις, είναι σαν να ανοίγει ένας διάλογος μέσα στο μυαλό μας από τον οποίο δεν μπορούμε να απαγκιστρωθούμε.


«Γιατί μου το είπε αυτό; Τι να εννοούσε;»
«Μήπως να μην κάνω αυτό που σκέφτομαι;»
«Μήπως έπρεπε να είχα απαντήσει διαφορετικά;»
«Ποια θα ήταν η καλύτερη επιλογή;»


Μπορεί να ξαναφέρουμε μια συζήτηση στο μυαλό μας, να αναλύουμε τον τόνο της φωνής ή το βλέμμα του άλλου, να εξετάζουμε κάθε πιθανή ερμηνεία ή να προσπαθούμε να βρούμε τι ακριβώς πήγε λάθος.


Κάποιες φορές αυτή η διαδικασία μας βοηθά να καταλάβουμε κάτι. Άλλες φορές, όμως, καταλήγουμε να γυρίζουμε γύρω από την ίδια σκέψη χωρίς να φτάνουμε κάπου. Και πολλές φορές καταλήγουμε στο ίδιο συμπέρασμα. Μάλλον φέρθηκα περίεργα, φάνηκα χαζή-ός, μάλλον με παρεξήγησαν και έγινα ρεζίλι.


Τότε μπορούμε να πούμε ότι μιλάμε για υπερανάλυση ή, όταν η σκέψη γίνεται επίμονη και επαναλαμβανόμενη, για μηρυκαστική σκέψη.


Η έρευνα ξεχωρίζει συχνά δύο συγγενικές μορφές. Ο μηρυκασμός στρέφεται κυρίως προς το παρελθόν και ρωτά «γιατί;». Η ανησυχία στρέφεται προς το μέλλον και ρωτά «τι θα γίνει αν;». Και οι δύο ανήκουν σε αυτό που οι ερευνητές ονομάζουν επαναλαμβανόμενη αρνητική σκέψη (Ehring & Watkins, 2008). Και οι δύο έχουν κάτι κοινό: η σκέψη γυρίζει γύρω γύρω και εμείς δεν προχωράμε συναισθηματικά και ψυχικά, αλλά μένουμε εγκλωβισμένοι στα ίδια μονοπάτια σκέψης και εμπειρίας.


Η σκέψη από μόνη της δεν είναι το πρόβλημα. Οι τρόποι που κινείται η σκέψη είναι που δημιουργεί φαύλους κύκλους.

Το να σκεφτόμαστε κάτι που έγινε δεν είναι από μόνο του κάτι αρνητικό. Αντίθετα, η σκέψη για κάτι μάς βοηθά να κατανοούμε καλύτερα τις εμπειρίες μας, να βλέπουμε αν θα θέλαμε κάτι να είχε γίνει με άλλο τρόπο, ώστε να το διορθώσουμε στο μέλλον, να παίρνουμε αποφάσεις και να προετοιμαζόμαστε για όσα έρχονται.


Υπάρχει όμως μια διαφορά ανάμεσα στο σκέφτομαι για να καταλάβω και στο σκέφτομαι ξανά και ξανά για να αποκτήσω μια βεβαιότητα που ίσως δεν μπορώ να έχω. Ή για να εξαντλήσω όλα τα σενάρια, λες και κάποιο από αυτά θα με προστατεύσει.


Για παράδειγμα, μετά από μια δύσκολη συζήτηση μπορεί να αναρωτηθούμε:

«Τι δεν πήγε καλά; Υπήρχε κάτι που θα μπορούσα να είχα εκφράσει διαφορετικά;»


Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια χρήσιμη κατανόηση.


Όταν όμως σκεφτόμαστε συνέχεια το ίδιο, η σκέψη μοιάζει περισσότερο με ένα κύκλωμα αυτοκριτικής:

«Γιατί το είπε έτσι; Μήπως θύμωσε; Μήπως τον ενόχλησα; Αλλά αν τον ενόχλησα, γιατί μου είπε μετά ότι όλα είναι καλά; Μήπως το είπε απλώς για να μην το συζητήσει; Μήπως τελικά δεν με συμπαθεί; Και γιατί δεν το κατάλαβα εκείνη τη στιγμή;»


Η σκέψη συνεχίζεται, αλλά δεν προσθέτει απαραίτητα νέα πληροφορία. Ανακυκλώνει το ίδιο ερώτημα και συχνά τα ίδια συναισθήματα απογοήτευσης, βάρους, θυμού.


Κάποιοι άνθρωποι σκέφτονται πολύ περισσότερο με λέξεις

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που έχει αναδείξει η πρόσφατη έρευνα αφορά την εσωτερική ομιλία: τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε νοερά τη γλώσσα όταν σκεφτόμαστε.


Για κάποιους ανθρώπους η σκέψη μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με έναν εσωτερικό διάλογο. Μιλούν νοερά στον εαυτό τους, κάνουν ερωτήσεις, απαντούν, προετοιμάζουν τι θα πουν ή σχολιάζουν όσα συμβαίνουν.


Για παράδειγμα, πριν από ένα δύσκολο τηλεφώνημα μπορεί να σκέφτονται:

«Να το πω τώρα; Όχι, καλύτερα να περιμένω. Αλλά τι θα πω; Να ξεκινήσω από αυτό που έγινε χθες; Μήπως ακουστώ επιθετική; Να το πω πιο ήρεμα...»


Άλλοι άνθρωποι δεν βιώνουν τη σκέψη τους τόσο λεκτικά. Μπορεί να έχουν περισσότερο εικόνες, αισθήσεις, συναισθήματα ή μια άμεση αίσθηση του τι θέλουν να κάνουν, χωρίς να το περιγράφουν μέσα τους με προτάσεις.


Σε μια μεγάλη μελέτη με περισσότερους από χίλιους συμμετέχοντες, οι ερευνητές βρήκαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους ως προς το πόση εσωτερική ομιλία βιώνουν. Όσοι είχαν περισσότερη ανέφεραν επίσης ότι προβάρουν πολύ συχνότερα συζητήσεις που δεν έχουν γίνει ακόμη και ξαναγράφουν στο μυαλό τους συζητήσεις που έχουν ήδη γίνει (Nedergaard & Lupyan, 2024).


Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ένας τρόπος σκέψης είναι καλύτερος από τον άλλον. Η εσωτερική ομιλία είναι απλώς ένας από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να σκεφτόμαστε.


Όταν όμως η εσωτερική ομιλία γίνεται αδιάκοπη ανάλυση

Η εσωτερική ομιλία μπορεί να μας βοηθήσει να βάλουμε σε σειρά μια σκέψη, να θυμηθούμε κάτι ή να προετοιμαστούμε για μια δύσκολη κατάσταση.


Μπορεί όμως να γίνει και το μέσο μέσα από το οποίο ανακυκλώνουμε μια εμπειρία, μένοντας συναισθηματικά στο ίδιο σημείο.


Η έρευνα δείχνει εδώ μια ενδιαφέρουσα διαφορά (McLaughlin, Borkovec & Sibrava, 2007). Όταν ανησυχούμε, σκεφτόμαστε κυρίως με λέξεις: τι μπορεί να γίνει, τι θα πούμε, πώς θα απαντήσει ο άλλος, τι θα κάνουμε αν συμβεί το χειρότερο. Είναι ένας εσωτερικός διάλογος που τρέχει συνεχώς μπροστά, προς το μέλλον.


Όταν σκεφτόμαστε συνέχεια το ίδιο για κάτι που έχει ήδη γίνει, οι λέξεις συνοδεύονται πιο συχνά και από εικόνες. Ξαναπαίζουμε τη σκηνή: το βλέμμα του άλλου τη στιγμή που μιλούσαμε, τον τόνο φωνής, τη στάση του σώματός, το πώς αντέδρασαν οι άλλοι. Και πάνω σε αυτές τις εικόνες επιστρέφουν ξανά και ξανά οι ίδιες ερωτήσεις:

«Τι εννοούσε;»
«Γιατί το έκανε;»
«Τι έπρεπε να είχα κάνει εγώ;»
«Τι θα γίνει αν ξανασυμβεί;»


Η εσωτερική φωνή δεν είναι από μόνη της ο λόγος που σκεφτόμαστε συνέχεια το ίδιο. Μπορεί όμως να γίνει το «μέσο» μέσα από το οποίο ο κύκλος συνεχίζεται.


Σκεφτόμαστε για να μη νιώσουμε;

Η έρευνα για την ανησυχία προτείνει κάτι που στην ψυχοθεραπεία Gestalt μάς είναι πολύ οικείο. Η λεκτική σκέψη μπορεί να κρατά σε απόσταση τη σωματική και συναισθηματική εμπειρία (Borkovec, Alcaine & Behar, 2004). Όσο μιλάμε μέσα μας για αυτό που συνέβη, δεν χρειάζεται να νιώσουμε με τα συναισθήματά μας αυτό που συνέβη: τον πόνο, τον θυμό, τη ντροπή, την απόρριψη, ή τον φόβο ότι μπορεί να μας αφήσουν.


Ο Fritz Perls έλεγε ότι συχνά μιλάμε «για» τη ζωή μας αντί να είμαστε μέσα στη ζωή. Η υπερανάλυση είναι ίσως η πιο ενδεικτική μορφή αυτού του παραδείγματος.


Στη Gestalt μιλάμε για την αναστροφή ως άμυνα: αυτό που θα απευθυνόταν στον άλλον στρέφεται προς τον εαυτό μας. Και ίσως το να σκεφτόμαστε συνέχεια το ίδιο να είναι συχνά ακριβώς αυτό.


Οι ερωτήσεις που δεν κάνουμε στον άλλον, τις κάνουμε ατελείωτα στον εαυτό μας.


«Γιατί μου το είπε αυτό;» είναι μια ερώτηση που θα μπορούσε να ειπωθεί. Όταν δεν ειπώνεται, ο άλλος παύει να είναι ένα πρόσωπο που μπορούμε να ρωτήσουμε. Γίνεται μια οθόνη όπου προβάλλουμε τους δικούς μας φόβους: ότι δεν μας συμπαθεί, ότι θύμωσε, ότι θα φύγει. Και τότε δεν συνομιλούμε πια με αυτόν. Συνομιλούμε με την εικόνα του μέσα μας.


Ίσως γι' αυτό η σκέψη επιστρέφει. Κάτι έχει μείνει ανοιχτό, μια ανολοκλήρωτη εμπειρία που ζητά να κλείσει. Προσπαθούμε να την κλείσουμε με τη σκέψη, ενώ συχνά θα έκλεινε μόνο με την πραγματική επαφή. Γι' αυτό και το πένθος, για έναν θάνατο ή για έναν χωρισμό, μπορεί να γίνεται πιο βαρύ όταν έχουν μείνει λόγια ανείπωτα που μας πονούν (Klingspon κ.ά., 2015). Και μπορεί να πιάσουμε τον εαυτό μας να επιστρέφει ξανά και ξανά στις ίδιες συνομιλίες για να βρει ένα άλλο τέλος που θα φέρει την πολυπόθητη ανακούφιση.


Γιατί όμως κάποιος χρειάζεται να αναλύσει τόσο πολύ κάτι;

Συχνά πίσω από την υπερανάλυση δεν βρίσκεται απλώς η ανάγκη να βρούμε μια απάντηση. Μπορεί να βρίσκεται η ανάγκη να νιώσουμε ασφαλείς και να μειώσουμε την αβεβαιότητα που νιώθουμε με τον εαυτό μας και τις σχέσεις μας.


Αν μπορέσω να καταλάβω ακριβώς γιατί κάποιος απομακρύνθηκε, ίσως μπορέσω να προλάβω να ξανασυμβεί.

Αν καταλάβω τι σκέφτηκε ο άλλος, ίσως μπορέσω να αποφύγω την απόρριψη.

Αν βρω τι έκανα λάθος, ίσως μπορέσω την επόμενη φορά να το κάνω σωστά και να αποφύγω το να νιώσω άβολα.


Έτσι η υπερανάλυση μπορεί να μοιάζει με προσπάθεια προστασίας και ασφάλειας. Όταν δεν έχω μάθει να νιώθω ασφάλεια στην αυθόρμητη ύπαρξή μου και έχω μάθει να προσέχω τι θα πω και πώς θα το πω γιατί αλλιώς υπάρχουν συνέπειες, τότε η υπερανάλυση γίνεται ένας κόσμος προστασίας.


Το μυαλό προσπαθεί να προβλέψει τι θα συμβεί, να εντοπίσει τον κίνδυνο και να βρει έναν τρόπο ώστε να μην ξαναδυσκολευτούμε.


Το πρόβλημα είναι ότι στις ανθρώπινες σχέσεις, και στη ζωή γενικότερα, δεν μπορούμε να έχουμε πλήρη βεβαιότητα.


Δεν μπορούμε να ξέρουμε με ακρίβεια τι σκέφτεται κάποιος άλλος. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε όλες τις αντιδράσεις του. Και δεν μπορούμε να ελέγξουμε αν κάποιος θα μας απορρίψει, θα απομακρυνθεί ή θα μας παρεξηγήσει.


Όσο περισσότερο προσπαθούμε να εξαλείψουμε αυτή την αβεβαιότητα μέσω της σκέψης, τόσο περισσότερες ερωτήσεις και άγχος μπορεί να δημιουργούνται.


Η απόσταση που καμία σκέψη δεν γεφυρώνει

Ο Irvin Yalom μιλά για την υπαρξιακή μοναξιά: όσο κοντά κι αν βρεθούμε με έναν άνθρωπο, υπάρχει πάντα μια απόσταση ανάμεσά μας που δεν κλείνει ολοκληρωτικά. Δεν μπορούμε να μπούμε στο μυαλό του άλλου. Δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα τι νιώθει για μας.


Ίσως η υπερανάλυση να είναι, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, μια προσπάθεια να κλείσουμε αυτή την απόσταση με τη σκέψη. Να μάθουμε από μέσα μας αυτό που μπορούμε να μάθουμε μόνο μέσα από τη σχέση, και ποτέ ολόκληρο.


Το ίδιο συμβαίνει και με τις αποφάσεις. Ο Yalom περιγράφει πώς κάθε απόφαση κουβαλά και μια απώλεια: όταν λέμε «ναι» σε κάτι, λέμε «όχι» σε κάτι άλλο. Η ατελείωτη ανάλυση μιας επιλογής μπορεί να είναι ένας τρόπος να μη χρειαστεί να χάσουμε τίποτα.


Κι όμως, όσο δεν διαλέγουμε, χάνουμε κάτι άλλο: τον χρόνο, τη ζωή που περιμένει να συμβεί.


Ο Κίρκεγκωρ ονόμασε το άγχος «ίλιγγο της ελευθερίας». Ίσως η υπερανάλυση να είναι ένας τρόπος να κρατιόμαστε από τη σκέψη, ως μια σανίδα σωτηρίας για να μη νιώθουμε αυτόν τον ίλιγγο.


«Μήπως είπα κάτι λάθος;»

Η υπερανάλυση συχνά συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα στις σχέσεις.


Ένας άνθρωπος που έχει μάθει να παρατηρεί πολύ προσεκτικά τις αντιδράσεις των άλλων ως έναν τρόπο ύπαρξης μπορεί να προσπαθεί συνεχώς να διαβάσει τα σημάδια:

«Γιατί δεν απάντησε αμέσως;»
«Γιατί ήταν πιο απόμακρος σήμερα;»
«Μήπως τον ενόχλησε αυτό που είπα;»
«Μήπως έκανα κάτι που δεν κατάλαβα;»


Η προσοχή στρέφεται διαρκώς προς τον άλλον και προς το τι μπορεί να σημαίνει κάθε μικρή αλλαγή στη συμπεριφορά του.


Και τότε μια απλή αβεβαιότητα μπορεί να μετατραπεί σε έναν ολόκληρο εσωτερικό διάλογο που μπορεί να έχει τις ρίζες του στο πώς έμαθα, από την παιδική μου ηλικία, να παρατηρώ τον κόσμο.


Και κάπου εδώ εμφανίζεται η ανάγκη για έλεγχο

Η υπερανάλυση μπορεί να είναι ένας τρόπος να προσπαθούμε να αποκτήσουμε έλεγχο σε κάτι που στην πραγματικότητα δεν ελέγχεται.


Αν ξανασκεφτώ αρκετά μια συζήτηση, ίσως καταλάβω τι πραγματικά εννοούσε ο άλλος.

Αν προβλέψω όλα τα πιθανά σενάρια, ίσως είμαι προετοιμασμένη-ος για οτιδήποτε.

Αν αναλύσω κάθε λεπτομέρεια μιας απόφασης, ίσως μπορέσω να βεβαιωθώ ότι δεν θα κάνω λάθος.


Όμως η ζωή δεν μας προσφέρει τέτοια βεβαιότητα.


Κάποια στιγμή η σκέψη χρειάζεται να σταματήσει, όχι επειδή βρήκαμε όλες τις απαντήσεις, αλλά επειδή αναγνωρίζουμε ότι δεν μπορούν όλα να γίνουν γνωστά εκ των προτέρων.


Δεν χρειάζεται κάθε σκέψη να λυθεί

Ίσως αυτό είναι ένα από τα πιο δύσκολα μαθήματα για έναν άνθρωπο που υπεραναλύει.


Όταν εμφανίζεται μια σκέψη, έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι πρέπει να την απαντήσουμε.


«Μήπως παρεξηγήθηκε;»
«Πρέπει να βρω αν παρεξηγήθηκε.»


«Γιατί δεν μου απάντησε;»
«Πρέπει να βρω γιατί δεν μου απάντησε.»


Όμως κάποιες ερωτήσεις δεν έχουν διαθέσιμη απάντηση.


Και κάποιες σκέψεις δεν χρειάζονται επίλυση. Χρειάζονται να αναγνωριστούν και να αφεθούν να περάσουν.


Μπορώ να σκεφτώ:

«Δεν ξέρω τι εννοούσε. Μπορώ να το μάθω μόνο αν τον ρωτήσω. Μέχρι τότε, υπάρχουν πολλές πιθανές εξηγήσεις.»


Αυτό δεν είναι παραίτηση από τη σκέψη. Είναι ένας διαφορετικός τρόπος να σχετιζόμαστε μαζί της.


Τι συμβαίνει τώρα, καθώς σκέφτομαι;

Μια από τις πιο απλές ερωτήσεις της Gestalt είναι και από τις πιο δύσκολες: τι συμβαίνει τώρα;


Όχι «τι εννοούσε;», αλλά: πώς επηρεάζεται η αναπνοή μου καθώς το σκέφτομαι; είναι κοφτή και ρηχή; Πού σφίγγεται το σώμα μου; Τι νιώθω, αν αφήσω για λίγο την ερώτηση στην άκρη;


Μερικές φορές, αν μείνουμε λίγο εκεί, η σκέψη υποχωρεί από μόνη της. Όχι επειδή βρήκαμε την απάντηση, αλλά επειδή βρήκαμε αυτό που η απάντηση προσπαθούσε να σκεπάσει. Μπορεί να είναι το συναίσθημα ότι πληγώθηκα ή ένιωσα απόρριψη. Ή ο φόβος ότι δεν είμαστε αρκετά σημαντικοί για τους άλλους. Ή ο θυμός που παραβιάστηκε κάποιο όριό μας.


Στην ψυχοθεραπεία Gestalt λέμε ότι η αλλαγή δεν έρχεται όταν προσπαθούμε με κάθε τρόπο να γίνουμε κάτι άλλο, αλλά όταν γινόμαστε πληρέστερα αυτό που ήδη είμαστε (Beisser, 1970). Και παρόλο που μπορεί να μην βγάζει πολύ νόημα, στην πράξη αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να σταματήσουμε ή να διώξουμε με το ζόρι τη σκέψη. Χρειάζεται να αναπτύξουμε την ικανότητα να την παρατηρούμε τόσο καλά και να δούμε τι συνοδεύει.


Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι «πώς θα σταματήσω να σκέφτομαι τόσο πολύ;»

Αλλά:

«Τι ανάγκη κρύβεται κάτω από αυτή τη σκέψη;»


Μήπως προσπαθεί να με προστατεύσει από την απόρριψη;
Μήπως προσπαθεί να με προετοιμάσει για κάτι που φοβάμαι;
Μήπως προσπαθεί να βρει βεβαιότητα και ασφάλεια εκεί όπου υπάρχει αβεβαιότητα και άγχος;
Μήπως προσπαθεί να αποφύγει ένα συναίσθημα που μου είναι δύσκολο να νιώσω;


Όταν το δούμε έτσι, η υπερανάλυση παύει να μοιάζει απλώς με μια «κακή συνήθεια του μυαλού». Μπορεί να γίνει ένας τρόπος με τον οποίο προσπαθούμε να μας φροντίσουμε, να προστατεύσουμε ή να ελέγξουμε τον εαυτό και το μέλλον μας.


Και τότε ίσως δεν χρειάζεται να πολεμήσουμε τη σκέψη.


Βιβλιογραφία

  • Beisser, A. (1970). The paradoxical theory of change. In J. Fagan & I. L. Shepherd (Eds.), Gestalt therapy now (pp. 77–80). Science and Behavior Books.
  • Borkovec, T. D., Alcaine, O. M., & Behar, E. (2004). Avoidance theory of worry and generalized anxiety disorder. In R. G. Heimberg, C. L. Turk, & D. S. Mennin (Eds.), Generalized anxiety disorder: Advances in research and practice (pp. 77–108). Guilford Press.
  • Ehring, T., & Watkins, E. R. (2008). Repetitive negative thinking as a transdiagnostic process. International Journal of Cognitive Therapy, 1(3), 192–205.
  • Kierkegaard, S. (1980). The concept of anxiety (R. Thomte, Trans.). Princeton University Press. (Πρωτότυπη έκδοση 1844)
  • Klingspon, K. L., Holland, J. M., Neimeyer, R. A., & Lichtenthal, W. G. (2015). Unfinished business in bereavement. Death Studies, 39(7), 387–398.
  • McLaughlin, K. A., Borkovec, T. D., & Sibrava, N. J. (2007). The effects of worry and rumination on affect states and cognitive activity. Behavior Therapy, 38(1), 23–38.
  • Nedergaard, J. S. K., & Lupyan, G. (2024). Not everybody has an inner voice: Behavioral consequences of anendophasia. Psychological Science, 35(7), 780–797.
  • Perls, F., Hefferline, R., & Goodman, P. (1951). Gestalt therapy: Excitement and growth in the human personality. Julian Press.
  • Yalom, I. D. (1980). Existential psychotherapy. Basic Books.
Πίσω στα Άρθρα

Μοιραστείτε μια σκέψη

Φόρτωση σχολίων...

Χρειάζεστε υποστήριξη σε αυτό το θέμα;

Ατομική Ψυχοθεραπεία